Το blog μου

8 Φεβ. 2021

Όταν διάβασα για πρώτη φορά για την "cry closet", δηλαδή την.. ντουλάπα κλάματος,που εγκατέστησε το Πανεπιστήμιο της Γιούτα των ΗΠΑ στη βιβλιοθήκη του, για να μπορούν οι φοιτητές να κλείνονται εκεί μέσα και να εκτονώνουν το άγχος των εξετάσεων κλαίγοντας, πίστεψα πως ήταν ένα αστειάκι του διαδικτύου.

Ήταν η παραπάνω φωτογραφία που ανέβασε στο Twiter μια φοιτήτρια του πανεπιστημίου, που με έκανε να καταλάβω ότι η "ντουλάπα κλάματος", είναι πραγματική! Όπως μπορείτε να διακρίνετε, στο εσωτερικό της υπάρχουν πολλά λούτρινα ζωάκια (προφανώς για να τα αγκαλιάζεις και να νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος την ώρα που κλαις), ενώ οι σχετικές οδηγίες που έχουν αναρτηθεί στην πόρτα της αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι επιτρέπεται η είσοδος σε έναν φοιτητή τη φορά και η παραμονή του εκεί δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 10 λεπτά!

Δεν μπορώ να κατανοήσω επ' ουδενί τη χρησιμότητα ενός τέτοιου χώρου, έχω δεκάδες ενστάσεις, αντιρρήσεις και φόβους για το πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η απομόνωση και η έλλειψη επικοινωνίας που παίρνει διαστάσεις μάστιγας στις νεότερες ηλικίες, όμως έχω την ελπίδα ότι στην Ελλάδα δύσκολα θα φτάσει αυτή η ανόητη έμπνευση!

Όχι γιατί δεν έχουν άγχος οι μαθητές και οι φοιτητές μας (κάθε άλλο, αφού το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι από τα πιο στρεσογόνα του πλανήτη και η ανασφάλεια που συνοδεύει την επόμενη μέρα του πτυχίου είναι βαριά κι ασήκωτη), αλλά γιατί το εκτονώνουν με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Φραπεδάκι ή φρέντο, μπυρίτσα ή άλλο ποτάκι, ανάλογα με την ηλικία, στο cafe ή στο bar, συντροφιά με έναν ή περισσότερους συμμαθητές ή συμφοιτητές που ακούνε τον πόνο σου και σου λένε τον δικό τους, έχουν αποδειχτεί σωτήρια για γενιές και γενιές Ελλήνων. 

Όλα τα άλλα είναι...αμερικανιές! 

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

4 Φεβ. 2021

"Το γράμμα της Μαρίας" που ακολουθεί, γράφτηκε για το βιβλίο "Κώστας Χαρδαβέλλας-Το ζεϊμπέκικο του νικητή", Εκδόσεις Πατάκη, 2017:

Είμαι η Μαρία Παναγοπούλου. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας διαπίστωσα ότι το όνομά μου αναφέρεται 184 φορές στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, αριθμός πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που πραγματικά μου αναλογεί.

Δε θεωρώ τον καρκίνο “ομαδικό αγώνισμα”. Μία “δυνατή” ομάδα προπονητών, γυμναστών, γιατρών είναι απαραίτητη, όμως την ώρα του αγώνα ο αθλητής είναι μόνος. Αυτός και η ψυχή του, το άστρο του, η τύχη του, ο Θεός, όπως το βλέπει ο καθένας.

Όλοι οι υπόλοιποι, η ομάδα του, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα περισσότερο από το να περιμένουμε δίπλα στη γραμμή του τερματισμού με την ελπίδα ότι ο δικός μας άνθρωπος θα είναι ο νικητής. Και αν κάπου στα μισά της διαδρομής τον δούμε να πέφτει, να του δώσουμε το  χέρι και να του πούμε “πάμε πάλι” πριν προλάβει ο θάνατος να κόψει πρώτος το νήμα.

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, αισθάνθηκα τύψεις. Γιατί εγώ ήμουν ο λόγος που δε γράφτηκε νωρίτερα. Επτά χρόνια τώρα έκανα ό,τι μπορούσα για να επηρεάσω αρνητικά τον Κώστα και να τον αποτρέψω από τη συγγραφή του. Οι δικαιολογίες που έβρισκα ήταν δεκάδες, ίσως γιατί ντρεπόμουν να παραδεχτώ τον πραγματικό λόγο: φοβόμουν μήπως οι σελίδες αυτές “ξυπνήσουν” τον Καρκίνο.

Δεν είναι ορθογραφικό λάθος το κεφαλαίο “Κ” που χρησιμοποιώ όταν γράφω γι’ αυτόν. Το κάνω συνειδητά, όπως όταν αναφέρομαι σε ένα πρόσωπο που έχει όνομα, υπόσταση, προσωπικότητα. 

Ο δικός μας Καρκίνος, αυτός που μέσα από το σώμα του Κώστα μπήκε στη ζωή μας το 2009, για μένα δεν ήταν ποτέ η αρρώστια που εξαθλιώνει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο και οδηγεί πολλούς από αυτούς στον θάνατο. Ο δικός μας Καρκίνος ήταν για μένα τόσο ξεχωριστός όσο κι ο Κώστας.

Έτσι τον είδα, έτσι τον έζησα, έτσι τον αντιμετώπισα κι έτσι τον αντιμετωπίζω από την πρώτη στιγμή της διάγνωσης μέχρι και σήμερα. Ο δικός μας Καρκίνος είχε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και δυνάμεις. Μύριζε νικοτίνη, δούλευε σαν να ήταν αθάνατος, επέτρεπε σε σκάρτους ανθρώπους να τον πληγώνουν, φορτωνόταν ξένα προβλήματα σαν να ήταν δικά του, κυνηγούσε τις πρωτιές όπως κάνει ο σκύλος με την ουρά του και θεωρούσε τον εαυτό του παντοδύναμο.

Ο δικός μας Καρκίνος δεν έτυχε, “πέτυχε”, για να δανειστώ το σλόγκαν γνωστής διαφήμισης, αφού ήταν “παιδί” του Κώστα και των συμπεριφορών του. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν επέτρεψα ποτέ στους γιατρούς να μου πούνε τις “προβλέψεις”, τα “στατιστικά” που γράφουν τα χαρτιά τους για τους ασθενείς που έχουν αυτό το είδος καρκίνου και τον ανακαλύπτουν σε αυτό το στάδιο. Αυτός ήταν και ο λόγος που ζήτησα απ’ όλους τους να κάνουν μία μικρή εξαίρεση και να μην ενημερώνουν τον Κώστα για το τι ήταν πιθανό να συμβεί σε κάθε στάδιο της θεραπείας, να μην του δίνουν “περιττές πληροφορίες” όπως τις είχα βαφτίσει.

Όχι γιατί φοβόμουνα πως δεν θα αντέξει την αλήθεια, αλλά γιατί ήμουν βέβαιη πως τα περισσότερα από αυτά δεν θα συμβούν ποτέ. Και δεν συνέβησαν...

Όταν για πρώτη φορά άκουσα τον Κώστα να μου λέει: “Θέλω να γράψω ένα βιβλίο για την περιπέτεια με την υγεία μου”, τρόμαξα. Είχε περάσει μόνο ένας χρόνος από τη διάγνωση και φοβήθηκα πώς ο Καρκίνος, που βρισκόταν σε “κώμα” μέσα στο σώμα του, περίμενε ακριβώς αυτή τη στιγμή για να επιστρέψει θριαμβευτής και να γελάσει μαζί μας, να μας ειρωνευτεί γιατί πιστέψαμε ότι τον νικήσαμε.

Δεν με τιμά που το λέω, αλλά η περιπέτεια αυτή με έκανε τόσο προληπτική που χρειάστηκε μια σκληρή αναμέτρηση με τον εαυτό μου για να τον επαναφέρω (κάπως) στην τάξη.

Αν τα φανάρια της Κηφισίας ήταν πράσινα στη διαδρομή που πηγαίναμε να κάνουμε τις αιματολογικές εξετάσεις, πίστευα πως όλα θα πάνε καλά. Κάθε κόκκινος σηματοδότης με βύθιζε στη θλίψη. 

Αν το ραδιόφωνο έπαιζε τραγούδια ενός συγκεκριμένου καλλιτέχνη το πρωί της Δευτέρας που θα γινόταν η χημειοθεραπεία, θεωρούσα δεδομένη την επιπλοκή.

Αν είχε ρεπό η όμορφη μελαχρινή κοπέλα που μου έδινε τον καφέ στο κυλικείο του νοσοκομείου, πλακωνόταν η ψυχή μου ότι κάτι κακό θα συμβεί.

Κι εκείνο το μοιραίο πρωινό του Δεκαπενταύγουστου του 2009, ανήμερα της γιορτής μου, όταν στις 8.30 το πρωί έφτασε στο κινητό μου το πρώτο SMS για “χρόνια πολλά” από έναν άνθρωπο που τον θεωρούσα έτσι κι αλλιώς "γκαντέμη", ήξερα ότι θα βρισκόμασταν ένα βήμα πριν τον θά-νατο...

Αντιλαμβάνομαι πως ακούγονται ανόητα όλα αυτά, πως δεν ταιριάζουν σε ανθρώπους με παιδεία και καλλιέργεια, όμως είμαι βέβαιη πως όποιος έχει περάσει την αναμέτρηση με τον θάνατο, διαβάζοντάς τα θα με κατανοήσει.

Μια τέτοια “ανεξήγητη” σύμπτωση(;) με βοήθησε να πάψω να φοβάμαι την έκδοση αυτού του βιβλίου και να δώσω στον γιο μου (τυπικά, αφού η συγγραφή του είχε ήδη ξεκινήσει) την έγκρισή μου.

Η διάγνωση της μετάστασης του Καρκίνου από την αμυγδαλή στους λεμφαδένες έγινε την 1η Ιουλίου 2009. Τις τραγικές μέρες που ακολούθησαν μέχρι την ολοκλήρωση των θεραπειών και τα ακόμη τραγικότερα χρόνια με τις αμέτρητες μαγνητικές τομογραφίες ανά τρίμηνο ή εξάμηνο, υπήρχε μία σκέψη που με έκανε να λυγίζω. Μια σκέψη που με έκανε να βγαίνω στους δρόμους με μαύρα γυαλιά ηλίου για να κλάψω με την ησυχία μου: αν ο Κώστας “έφευγε” πώς θα άντεχα να ζήσω μόνη την ορκωμοσία του Κωνσταντίνου μας όταν θα έπαιρνε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου που σπούδαζε; Δε σκεφτόμουν τίποτε άλλο. Μόνο αυτό: πώς θα άντεχα μόνη την ορκωμοσία του; Το μυαλό μου είχε κολλήσει εκεί, λες και αυτό θα ήταν το μόνο μου πρόβλημα...

Ο Κωνσταντίνος μας πήρε το πτυχίο του στη Διαιτολογία το 2015. Και η ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτό είναι 1η Ιουλίου! Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται σύμπτωση ή κάπως αλλιώς, αλλά για μένα ήταν το τέλος ενός γολγοθά που ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 2009 και τελείωσε την 1η Ιουλίου 2015, τη στιγμή που, καθισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο στην αίθουσα του Barbican Centre στο Λονδίνο, είδαμε τον γιο μας να ανεβαίνει με την τήβεννο στη σκηνή και να παίρνει το πτυχίο του. Είμαι σίγουρη πως οι γονείς που κάθονταν κοντά μας, Άγγλοι, Κινέζοι και Ινδοί στην πλειονότητά τους, βλέποντάς με να κλαίω με τόση ένταση και διάρκεια θα σκέφτηκαν: “Σιγά, κυρία μου· διαιτολόγος ορκίστηκε ο γιος σου, όχι πλανητάρχης”. Εγώ όμως εκείνη τη στιγμή βίωνα τη λήξη ενός δράματος.

Αυτό ήταν το “σημάδι” πως ο κύκλος της (ανόητης ή μη) αγωνίας έπρεπε να κλείσει. Ο δρόμος για να γραφτεί αυτό το βιβλίο ήταν πλέον ορθάνοιχτος. Μία χάρη ζήτησα μόνο: να μην υπάρχει “κεφάλαιο 13”.

Η ανάγνωσή του ήταν για μένα επίπονη, βασανιστική αλλά και λυτρωτική. Ολοκληρώνοντάς τη νιώθω ότι δεν έκανα τίποτα σωστά. Δεν ακολούθησα κανέναν από τους κανόνες που γράφουν τα βιβλία των ειδικών ή που δίνουν οι γιατροί, για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουν οι σύντροφοι των καρκινοπαθών την αρρώστια. Τα έκανα όλα “λάθος” με έναν δικό μου τρόπο.

Καταπίεσα. “Βασάνισα” τον ασθενή θυμίζοντάς του με κάθε τρόπο ότι είναι άρρωστος και οφείλει να ακολουθεί με στρατιωτική πειθαρχία το πρόγραμμά του. Ευχαριστώ τον Κώστα που άντεξε. Γενικώς...

Λιποψύχησα. Όσο ποτέ στη ζωή μου. Κι ευχαριστώ τους γονείς του Κώστα, που “έφυγαν” όταν ο γιος τους ήταν ακόμη μωρό, όμως σε όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας μας ήταν δίπλα μου και μου έδιναν ελπίδα ότι θα νικήσουμε. Χάρη σε αυτούς, κανένας άλλος δεν κατάλαβε τον πανικό μου.

Είπα ψέματα. Σχεδόν σε όλους. Ευχαριστώ τους γονείς μου Γιώργο και Ελένη και τις οικογένειές μας, Νίκο, Ελένη, Άρτεμι, Θεοδόση Μπαξεβανίδη, και Νίκο, Δέσποινα, Γιώργο Παναγοηλιόπουλο, γιατί ήταν πάντα εκεί χωρίς να με ρωτήσουν ποτέ τίποτα παραπάνω απ’ όσα άντεχα να τους πω.

Έκλαψα. Αλλά μόνο στο μπάνιο μου. Ευχαριστώ τον Καρκίνο που μας επισκέφτηκε ντάλα καλοκαίρι κι έτσι μπορούσα να κλείνομαι με τις ώρες κάτω από το ντους αφήνοντας το νερό να παίρνει τα δάκρυά μου. Αν ήταν Γενάρης μήνας, πόσα ντους να δικαιολογήσω;

Αρνήθηκα οποιαδήποτε βοήθεια. Παριστάνοντας ότι αντέχω να τα περάσω όλα μόνη μου. Ευχαριστώ τη Μάικα και τον Αντώνη Ανδρικάκη, γιατί ήταν οι άνθρωποι που τους φόρτωνα το βάρος μου τις στιγμές που ένιωθα ότι θα με πλακώσει. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς αυτούς.

Θύμωσα. Με τον Κώστα. Με μένα. Ακόμη και με τον Θεό. Ευχαριστώ τη Μαρία και τον Δημήτρη Τσίρο, γιατί ξέρω πως έκαναν για λογαριασμό μας τις προσευχές που δεν έκανα εγώ.

Μέχρι και χαρτιά έπαιξα. Χωρίς να ξέρω! Και οφείλω ένα ευχαριστώ στον γιο μου, γιατί εκείνα τα δύσκολα αυγουστιάτικα μεσημέρια που παίζαμε οι τρεις μας “ξερή” για να βοηθήσουμε τον Κώστα να ξεχαστεί, κάθε φορά που το μυαλό μου λύγιζε από το βάρος των σκέψεων και πετούσα τα πιο άσχετα φύλλα την πιο λάθος στιγμή, εκείνος με “κάλυπτε” για να μην καταλάβει ο μπαμπάς του πόσο χάλια ήμουν.

“Ας της το χαρίσουμε” του έλεγε και μετά με μάλωνε με την τρυφερότητα που μόνο ένα δεκαεξάχρονο αγόρι διαθέτει. “Ηλίθια είσαι, ρε μαμά! Δεν πετάμε βαλέ από τον πρώτο γύρο χωρίς άλλα χαρτιά κάτω”. 

Τον “κορόιδεψα” τον Κωνσταντίνο μας. Αποφάσισα για εκείνον χωρίς εκείνον, ότι θα ήταν καλύτερα να μη μάθει πως ο μπαμπάς του έχει μεταστατικό καρκίνο. Και τον ευχαριστώ γιατί με εκείνο το αλάνθαστο ένστικτο που έχουν τα παιδιά μας, ήξερε πάντα να παίρνει το βλέμμα του από το δικό μου ακριβώς τη στιγμή που ήμουν έτοιμη να καταρρεύσω και να του ομολογήσω τη σκληρή αλήθεια.

Σε όσους βρίσκεστε στη θέση που ήμουν εγώ τότε, μία ευχή μόνο: με τη νίκη! Μην αφήσετε ποτέ κανέναν να σας πείσει ότι δεν γίνεται. Μπορεί και να γίνεται. Ακόμη και μία πιθανότητα στο εκατομμύριο να υπάρχει, δεν πρέπει να τη χάσετε.

Και κάτι ακόμη. Το ζεϊμπέκικο του νικητή που χόρεψε ο Κώστας την Πρωτοχρονιά του 2010, όταν οι εξετάσεις του πρώτου χρόνου βγήκαν καθαρές, ήταν το “Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας” του Μάνου Λοΐζου. Ένα τραγούδι χωρίς λόγια. Ίσως για να γράψει ο καθένας σας τα δικά του... Δικό σας, λοιπόν!

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

1 Φεβ. 2021

Ετών 30 η (ας την πούμε) Ειρήνη, κάνει το διδακτορικό της σε μεγάλο Αθηναϊκό πανεπιστήμιο. Καλή μαθήτρια από κούνια, σάρωσε πρωτιές και βραβεία, πήρε το πρώτο της πτυχίο στα 22, το δεύτερο στα 26, μεταπτυχιακό στα 28 και τώρα βρίσκεται στην φάση του διδακτορικού με τον καθηγητή της να δηλώνει "θαυμαστής της ευφυίας της".

Γνωρίζοντάς την από κοντά, διαπίστωσα ότι τα χαρίσματά της δεν εξαντλούνται στο επίπεδο της μόρφωσης, αφού πρόκειται για ένα εξαίσιο πλάσμα, με ομορφιά εξωτερική και εσωτερική, με προσωπικότητα που σε καθηλώνει και ενδιαφέροντα που ξεκινούν από την οικολογία και τα αδέσποτα ζώα και φτάνουν στην συμμετοχική κοινωνία των πολιτών.

Πριν από λίγες ημέρες, την συνάντησα σε μία κοινωνική εκδήλωση μαζί με τη μαμά της. Μία γυναίκα νέα, αφού την γέννησε όταν ήταν μόλις 22 ετών, που εκ πρώτης όψεως έδινε την εντύπωση ότι είχε κληροδοτήσει στην κόρη της την κοσμοθεωρία της. Εκ... δεύτερης όψεως, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά.

"Αχ, μεγάλο καημό κουβαλάω κυρία Παναγοπούλου", μου είπε βαριαναστενάζοντας κάποια στιγμή που η Ειρήνη είχε απομακρυνθεί από κοντά μας. "Τριάντα χρονών κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά να μην φτιάχνει τη ζωή της! Τι να τα κάνω τα πτυχία, ταπετσαρία στον τοίχο; Αν μείνει μαγκούφα η κόρη μου, δεν θα το συγχωρέσω ποτέ στον εαυτό μου που την άφησα να σπαταλάει τον χρόνο της σπουδάζοντας".

Έμεινα αμίλητη, προσπαθώντας αφενός να συνέλθω από το σοκ, αφετέρου να βρω τις σωστές λέξεις να της απαντήσω χωρίς να την προσβάλω.

"Είναι μόνο 30 ετών η Ειρήνη και από το λίγο που έχω μιλήσει μαζί της είναι σαφές πως είναι ευτυχισμένη με αυτό που κάνει", είπα τελικά.

"Νομίζει ότι είναι ευτυχισμένη. Σε είκοσι χρόνια που θα είναι μόνη της να έρθει να μου το πει", κούνησε το κεφάλι της η μητέρα.

"Θα μου επιτρέψετε να έχω άλλη άποψη. Επειδή κάποιες γυναίκες βρίσκουν την ευτυχία σε έναν άντρα και στα παιδιά τους, αυτό δεν σημαίνει πως ισχύει το ίδιο για όλες. Και σε τελευταία ανάλυση, δεν ξέρω αν πρέπει να θυσιάσει η Ειρήνη αυτό που της δίνει τόση ικανοποίηση, από φόβο τι θα γίνει σε 20 χρόνια. Αφήστε που, από ό,τι μου είπε δεν είναι μόνη. Έχει μία σχέση πολλών ετών", συνέχισα εγώ.

"Έχει, και μάλιστα με ένα πολύ καλό παιδί, αλλά με τα μυαλά που κουβαλάει δεν πρόκειται να την πάρει. Είναι μαζί εδώ και έξι χρόνια. Ένας εξαιρετικός νέος, που δουλεύει το οκτάωρό του, επιστρέφει το μεσημέρι στο σπίτι του και θέλει να βρίσκει μια γυναίκα να τον περιμένει. Όχι μια γυναίκα που τρέχει όλη μέρα για να κυνηγάει καριέρες και πτυχία, να σώζει τραυματισμένους αετούς και γατάκια και να παρακολουθεί συνέδρια για να αλλάξει την ανθρωπότητα. Δεν ξέρω πόσο θα κάτσει να την περιμένει κι αυτός. Φοβάμαι ότι θα σηκωθεί να φύγει για να βρει μια σωστή κοπέλα να του κάνει παιδιά και οικογένεια, όπως κάναμε εμείς. Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω τι πήγε τόσο λάθος στην ανατροφή της κόρης μας κυρία Παναγοπούλου", ήρθε το κερασάκι στην τούρτα, την στιγμή που η Ειρήνη επέστρεψε στην συντροφιά μας, αναγκάζοντας την μητέρα της να αλλάξει θέμα.

Ως μητέρα ενός 25χρονου γιου, δεν ξέρω πώς είναι να μεγαλώνεις ένα κορίτσι και μάλιστα τόσο ξεχωριστό όπως η Ειρήνη. Θεωρητικά, νιώθω πως αν είχα κόρη, θα της μάθαινα ότι η γυναίκα έχει πλέον το δικαίωμα στην επιλογή. Μπορεί να αποφασίζει η ίδια εάν επιθυμεί να κάνει οικογένεια νωρίς, αργότερα ή και ποτέ. Θα προσπαθούσα να της χαρίσω τόση αυτοκετίμηση που το νυφικό να μην αποτελεί "όνειρο" ούτε "αυτοσκοπό" και η φράση "να βρεις ένα καλό παιδί να σε πάρει" να μην υπάρχει καν στο λεξιλόγιό της... Θα την  παρότρυνα να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει, διακινδυνεύντας ακόμη και να προσγειωθεί ανώμαλα μετά από χρόνια. Από ένα ταξίδι που δεν έγινε ποτέ, θα προτιμούσα σαφέστατα ένα υπέροχο ταξίδι με μη αίσιο τέλος για αυτήν...

thisismarias.com
follow me on Facebook
 

16 Μαϊ. 2020

Παρακολουθώ Eurovision, κάθε χρόνο, ανελλιπώς. Δεν μου αρέσει πάντα. Συχνά βαριέμαι, ακόμη πιο συχνά θυμώνω, αλλά συνεχίζω να την παρακολουθώ. Και δεν νιώθω την παραμικρή ανάγκη να απολογηθώ για αυτό.

Ο λόγος που το διευκρινίζω είναι γιατί το συγκεκριμένο άρθρο, απευθύνεται σε όσους επίσης παρακολουθούν Eurovision και όxι σε εκείνους που την θεωρούν υπεύθυνη ακόμη και για...την υπερθέρμανση του πλανήτη ή την αφορίζουν ως "πανηγυράκι που "πληρώνεται με χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων". Αυτή, είναι μια άλλη συζήτηση, που μπορούμε να την κάνουμε κάποια στιγμή με όποιον ενδιαφέρεται (αφού κάνει ένα ζάπινγκ στο πρόγραμμα της κρατικής τηλεόρασης και ρίξει μια ματιά στους προϋπολογισμούς των φετινών "ποιοτικών" προγραμμάτων).

Σκέφτηκα λοιπόν να αναζητήσω την "στιγμή" της Eurovision που θυμάμαι πιο έντονα, όχι κατ΄ανάγκη γιατί είναι η καλύτερη, αλλά γιατί για κάποιον λόγο έχει "γραφτεί" στη μνήμη ή την ψυχή μου. 

Πριν καταλήξω, ρώτησα τον γιο μου και τον άντρα μου, να μου πούνε χωρίς πολλή σκέψη ποιες είναι οι δικές τους "στιγμές", ζητώντας τους να αφήσουν "εκτός συναγωνισμού" την νίκη της Έλενας Παπαρίζου με το "My number one" (2005) που έτσι κι αλλιώς θα θυμόμαστε πάντα όλοι οι Έλληνες.

Ο πρώτος -που δεν "τρελαίνεται" κιόλας για την Eurovision- μου απάντησε με εμφανή διάθεση "τρολαρίσματος" του διαγωνισμού "το S' AGAPO του Ρακιντζή (2002) από Ελληνικές συμμετοχές και τα "τέρατα", οι Lordi (2006), από ξένες". Ο δεύτερος -που παρακολουθεί Eurovision- μου είπε " το Waterloo των Abba (1974) και το Lane Moje του Γιοκσίμοβιτς (2004)". 

Η δική μου αυθόρμητη επιλογή, ξάφνιασε κι εμένα την ίδια, αφού δεν αφορούσε κανένα από τα τραγούδια του διαγωνισμού που τραγουδάω (στο μπάνιο μου...). Δεν ήταν το θρυλικό Hold me now του Τζόνι Λόγκαν (1987), ούτε το αδικημένο Croire της Λάρα Φαμπιάν (1988). Δεν ήταν το κλασικό πλέον Volare (1958), ούτε το αθάνατο Μάθημα Σολφέζ (1977). Δεν ήταν το αξέχαστο Die for you των Αντίκ (2001) ούτε το ιδιαίτερο Fairytale του Ρίμπακ (2009).

Όπως έχω ήδη "προδώσει" από τη φωτογραφία του άρθρου, η "στιγμή" της Eurovision που προσωπικά ξεχωρίζω είναι το "Shake it" του Σάκη Ρουβά (2004). Ρουβίτσα δεν υπήρξα ποτέ και για να είμαι ειλικρινής μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση τον Σάκηηηηηηηη. Εκείνα τα 3 λεπτά στην σκηνή ήταν αρκετά για να καταλάβω ότι -ανεξάρτητα από το εάν σου αρέσει ή όχι ο τραγουδιστής Ρουβάς- ο άνθρωπος είναι ένας από τους μεγαλύτερους star που έβγαλε η Ελλάδα.

Με τα γαλανόλευκα χρώματα να δεσπόζουν στην σκηνή του Abdi Ipekci της Κωνσταντινούπολης...

Με τον Σάκη ομορφότερο από ποτέ, ντυμένο από τον Κωνσταντίνο Κασπίρη με ένα απλό τζην παντελόνι κι ένα λευκό σακάκι που στα μισά του τραγουδιού αφαιρείται και αφήνει την θέση του σε ένα μακό tshirt, την στιγμή που ο καλλιτέχνης φωνάζει στα Ελληνικά "πάμε" "έλα", ξεσηκώνοντας τους fans της Eurovsion.

Με την μουσική του Νίκου Τερζή -γραμμένη για να διεκδικήσει από μόνη της την πρωτιά στον διαγωνισμό, ακόμη κι αν όλα πήγαιναν στραβά την ώρα του live- και τους "έξυπνους" στίχους του Νεκτάριου Τυράκη - που είχαν στόχο να μεταδοθούν από στόμα σε στόμα κι όχι να...περάσουν κάποιο υψηλό μήνυμα (για την Eurovision μιλάμε ρε παιδιά)-.

Με δύο θεϊκά γυναικεία κορμιά, της Μαρίας Λυραράκη και της Irina Mansurova να λικνίζονται υπό την καθοδήγηση του Φωκά Ευαγγελινού που είχε στήσει μία απο τις πιο "έξυπνες" χορογραφίες που είδαμε ποτέ στον διαγωνισμό...

Ναι, το Shake it (εδώ μπορείτε να το δείτε και να το ακούσετε), είναι χωρίς αμφιβολία η "στιγμή" της Eurovision (επαναλαμβάνω: της Eurovision...) που έχει καταγραφεί μέσα μου περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Η δική σας;

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

15 Μαϊ. 2020

Στην γειτονιά μου, τριγυρνάει ένας ρακένδυτος άνδρας, με ένα καρότσι του σούπερ μάρκετ και μαζεύει σκουπίδια. Πίσω του, ακολουθούν μονίμως τρεις πάνχοντρες γατες, τις οποίες πραφανώς καλοταϊζει, σε σημείο που αν προσπαθήσεις να τους δώσεις φαγητό, εκείνες γυρνούν τα μούτρα τους περιφρονητικά από την άλλη μεριά.

Πριν από περίπου δύο εβδομάδες, ο άνδρας "πάρκαρε" το καρότσι του στην γωνία, ξάπλωσε στο γρασίδι του μικρού πάρκου που εκείνη την ώρα καταβρεχόταν από τα αυτόματα ποτιστικά και άπλωσε τα αποφάγια που είχε συλλέξει σε ένα κομμάτι χαρτόνι λίγο πιο πέρα για να φάνε οι γάτες. 

Ένας από τους περίοικους τον πλησίασε εξοργισμένος και άρχισε να τον βρίζει κλωτσώντας τα γατιά και να απαιτεί να σηκωθεί αμέσως να φύγει φωνάζοντάς του "εδώ παίζουν τα παιδιά μας". Ο ρακοσυλλέκτης δεν του απάντησε, μονάχα τον κοίταξε μια δύο φορές, με βλέμμα που μού φάνηκε γεμάτο από απορία.

Δυο τρεις περαστικοί σταμάτησαν για να δουν τι συμβαίνει, ένα παλικάρι ψέλλισε "ντροπή, τι σας ενοχλεί ο δυστυχισμένος άνθρωπος;", δύο κυρίες κούνησαν το κεφάλι αηδιασμένες σχολιάζοντας "μυρίζουν όλοι αυτοί και ποτίζει το σημείο που ξαπλώνουν από την βρώμα", ενώ ένας ηλικιωμένος έριξε την ιδέα να ειδοποιήσουν την αστυνομία.

Η λέξη "αστυνομία" έπεσε σαν κεραυνός στο κεφάλι του μέχρι εκείνη τη στιγμή απαθούς άντρα, που πετάχτηκε σαν αίλουρος πάνω, μάζεψε γατιά και υπάρχοντα και πήρε τον δρόμο... για πού άραγε; 

Δεν ξέρω τι συνειρμός ήταν αυτός που έγινε στο μυαλό μου, αλλά διαβάζοντας αυτές τις ημέρες όλα αυτά που λέγονται και γράφονται για τη στάση της Εισαγγελέως στο τριπλό έγκλημα που οδήγησε στον θάνατο την Ελένη Τοπαλούδη, η σκηνή με τον ρακοσυλλέκτη ζωντανεύει συνεχώς μπροστά μου.

Και αναρωτιέμαι, τι ελπίδες έχει μία κοινωνία, που καλεί την αστυνομία και εξανίσταται γιατί ένας "βρωμιάρης άστεγος" κάθεται με τις γάτες του στο πάρκο "που παίζουν τα παιδιά μας", αλλά "διχάζεται" για τα υπερασπιστικά δικαιώματα των βιαστών-δολοφόνων της διπλανής πόρτας;

Όχι, δεν γενικεύω, δεν τσουβαλιάζω... Δεν λέω πως όλοι κάνουμε ή θα κάναμε το ίδιο. Αν και τελικά ο καθένας μας κρίνεται μόνο την ώρα της πράξης. Από το πώς θα συμπεριφερεθεί όταν ο "βρωμιάρης", ζει στη δική του γειτονιά. Όταν το παιδί που κακοποιείται, μένει δίπλα στη δική του πόρτα... Όταν τα κτήνη σκοτώσουν τη δική του Ελένη... Αν δεν συμβεί ποτέ αυτό, τότε όλοι έχουμε απλώς άποψη. Και είναι γνωστό πως οι απόψεις είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου... Σαν τη δική μου καλή ώρα...

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com