4 Φεβ. 2021

Ο δικός μας Καρκίνος...

"Το γράμμα της Μαρίας" που ακολουθεί, γράφτηκε για το βιβλίο "Κώστας Χαρδαβέλλας-Το ζεϊμπέκικο του νικητή", Εκδόσεις Πατάκη, 2017:

Είμαι η Μαρία Παναγοπούλου. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας διαπίστωσα ότι το όνομά μου αναφέρεται 184 φορές στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, αριθμός πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που πραγματικά μου αναλογεί.

Δε θεωρώ τον καρκίνο “ομαδικό αγώνισμα”. Μία “δυνατή” ομάδα προπονητών, γυμναστών, γιατρών είναι απαραίτητη, όμως την ώρα του αγώνα ο αθλητής είναι μόνος. Αυτός και η ψυχή του, το άστρο του, η τύχη του, ο Θεός, όπως το βλέπει ο καθένας.

Όλοι οι υπόλοιποι, η ομάδα του, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα περισσότερο από το να περιμένουμε δίπλα στη γραμμή του τερματισμού με την ελπίδα ότι ο δικός μας άνθρωπος θα είναι ο νικητής. Και αν κάπου στα μισά της διαδρομής τον δούμε να πέφτει, να του δώσουμε το  χέρι και να του πούμε “πάμε πάλι” πριν προλάβει ο θάνατος να κόψει πρώτος το νήμα.

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, αισθάνθηκα τύψεις. Γιατί εγώ ήμουν ο λόγος που δε γράφτηκε νωρίτερα. Επτά χρόνια τώρα έκανα ό,τι μπορούσα για να επηρεάσω αρνητικά τον Κώστα και να τον αποτρέψω από τη συγγραφή του. Οι δικαιολογίες που έβρισκα ήταν δεκάδες, ίσως γιατί ντρεπόμουν να παραδεχτώ τον πραγματικό λόγο: φοβόμουν μήπως οι σελίδες αυτές “ξυπνήσουν” τον Καρκίνο.

Δεν είναι ορθογραφικό λάθος το κεφαλαίο “Κ” που χρησιμοποιώ όταν γράφω γι’ αυτόν. Το κάνω συνειδητά, όπως όταν αναφέρομαι σε ένα πρόσωπο που έχει όνομα, υπόσταση, προσωπικότητα. 

Ο δικός μας Καρκίνος, αυτός που μέσα από το σώμα του Κώστα μπήκε στη ζωή μας το 2009, για μένα δεν ήταν ποτέ η αρρώστια που εξαθλιώνει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο και οδηγεί πολλούς από αυτούς στον θάνατο. Ο δικός μας Καρκίνος ήταν για μένα τόσο ξεχωριστός όσο κι ο Κώστας.

Έτσι τον είδα, έτσι τον έζησα, έτσι τον αντιμετώπισα κι έτσι τον αντιμετωπίζω από την πρώτη στιγμή της διάγνωσης μέχρι και σήμερα. Ο δικός μας Καρκίνος είχε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και δυνάμεις. Μύριζε νικοτίνη, δούλευε σαν να ήταν αθάνατος, επέτρεπε σε σκάρτους ανθρώπους να τον πληγώνουν, φορτωνόταν ξένα προβλήματα σαν να ήταν δικά του, κυνηγούσε τις πρωτιές όπως κάνει ο σκύλος με την ουρά του και θεωρούσε τον εαυτό του παντοδύναμο.

Ο δικός μας Καρκίνος δεν έτυχε, “πέτυχε”, για να δανειστώ το σλόγκαν γνωστής διαφήμισης, αφού ήταν “παιδί” του Κώστα και των συμπεριφορών του. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν επέτρεψα ποτέ στους γιατρούς να μου πούνε τις “προβλέψεις”, τα “στατιστικά” που γράφουν τα χαρτιά τους για τους ασθενείς που έχουν αυτό το είδος καρκίνου και τον ανακαλύπτουν σε αυτό το στάδιο. Αυτός ήταν και ο λόγος που ζήτησα απ’ όλους τους να κάνουν μία μικρή εξαίρεση και να μην ενημερώνουν τον Κώστα για το τι ήταν πιθανό να συμβεί σε κάθε στάδιο της θεραπείας, να μην του δίνουν “περιττές πληροφορίες” όπως τις είχα βαφτίσει.

Όχι γιατί φοβόμουνα πως δεν θα αντέξει την αλήθεια, αλλά γιατί ήμουν βέβαιη πως τα περισσότερα από αυτά δεν θα συμβούν ποτέ. Και δεν συνέβησαν...

Όταν για πρώτη φορά άκουσα τον Κώστα να μου λέει: “Θέλω να γράψω ένα βιβλίο για την περιπέτεια με την υγεία μου”, τρόμαξα. Είχε περάσει μόνο ένας χρόνος από τη διάγνωση και φοβήθηκα πώς ο Καρκίνος, που βρισκόταν σε “κώμα” μέσα στο σώμα του, περίμενε ακριβώς αυτή τη στιγμή για να επιστρέψει θριαμβευτής και να γελάσει μαζί μας, να μας ειρωνευτεί γιατί πιστέψαμε ότι τον νικήσαμε.

Δεν με τιμά που το λέω, αλλά η περιπέτεια αυτή με έκανε τόσο προληπτική που χρειάστηκε μια σκληρή αναμέτρηση με τον εαυτό μου για να τον επαναφέρω (κάπως) στην τάξη.

Αν τα φανάρια της Κηφισίας ήταν πράσινα στη διαδρομή που πηγαίναμε να κάνουμε τις αιματολογικές εξετάσεις, πίστευα πως όλα θα πάνε καλά. Κάθε κόκκινος σηματοδότης με βύθιζε στη θλίψη. 

Αν το ραδιόφωνο έπαιζε τραγούδια ενός συγκεκριμένου καλλιτέχνη το πρωί της Δευτέρας που θα γινόταν η χημειοθεραπεία, θεωρούσα δεδομένη την επιπλοκή.

Αν είχε ρεπό η όμορφη μελαχρινή κοπέλα που μου έδινε τον καφέ στο κυλικείο του νοσοκομείου, πλακωνόταν η ψυχή μου ότι κάτι κακό θα συμβεί.

Κι εκείνο το μοιραίο πρωινό του Δεκαπενταύγουστου του 2009, ανήμερα της γιορτής μου, όταν στις 8.30 το πρωί έφτασε στο κινητό μου το πρώτο SMS για “χρόνια πολλά” από έναν άνθρωπο που τον θεωρούσα έτσι κι αλλιώς "γκαντέμη", ήξερα ότι θα βρισκόμασταν ένα βήμα πριν τον θά-νατο...

Αντιλαμβάνομαι πως ακούγονται ανόητα όλα αυτά, πως δεν ταιριάζουν σε ανθρώπους με παιδεία και καλλιέργεια, όμως είμαι βέβαιη πως όποιος έχει περάσει την αναμέτρηση με τον θάνατο, διαβάζοντάς τα θα με κατανοήσει.

Μια τέτοια “ανεξήγητη” σύμπτωση(;) με βοήθησε να πάψω να φοβάμαι την έκδοση αυτού του βιβλίου και να δώσω στον γιο μου (τυπικά, αφού η συγγραφή του είχε ήδη ξεκινήσει) την έγκρισή μου.

Η διάγνωση της μετάστασης του Καρκίνου από την αμυγδαλή στους λεμφαδένες έγινε την 1η Ιουλίου 2009. Τις τραγικές μέρες που ακολούθησαν μέχρι την ολοκλήρωση των θεραπειών και τα ακόμη τραγικότερα χρόνια με τις αμέτρητες μαγνητικές τομογραφίες ανά τρίμηνο ή εξάμηνο, υπήρχε μία σκέψη που με έκανε να λυγίζω. Μια σκέψη που με έκανε να βγαίνω στους δρόμους με μαύρα γυαλιά ηλίου για να κλάψω με την ησυχία μου: αν ο Κώστας “έφευγε” πώς θα άντεχα να ζήσω μόνη την ορκωμοσία του Κωνσταντίνου μας όταν θα έπαιρνε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου που σπούδαζε; Δε σκεφτόμουν τίποτε άλλο. Μόνο αυτό: πώς θα άντεχα μόνη την ορκωμοσία του; Το μυαλό μου είχε κολλήσει εκεί, λες και αυτό θα ήταν το μόνο μου πρόβλημα...

Ο Κωνσταντίνος μας πήρε το πτυχίο του στη Διαιτολογία το 2015. Και η ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτό είναι 1η Ιουλίου! Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται σύμπτωση ή κάπως αλλιώς, αλλά για μένα ήταν το τέλος ενός γολγοθά που ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 2009 και τελείωσε την 1η Ιουλίου 2015, τη στιγμή που, καθισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο στην αίθουσα του Barbican Centre στο Λονδίνο, είδαμε τον γιο μας να ανεβαίνει με την τήβεννο στη σκηνή και να παίρνει το πτυχίο του. Είμαι σίγουρη πως οι γονείς που κάθονταν κοντά μας, Άγγλοι, Κινέζοι και Ινδοί στην πλειονότητά τους, βλέποντάς με να κλαίω με τόση ένταση και διάρκεια θα σκέφτηκαν: “Σιγά, κυρία μου· διαιτολόγος ορκίστηκε ο γιος σου, όχι πλανητάρχης”. Εγώ όμως εκείνη τη στιγμή βίωνα τη λήξη ενός δράματος.

Αυτό ήταν το “σημάδι” πως ο κύκλος της (ανόητης ή μη) αγωνίας έπρεπε να κλείσει. Ο δρόμος για να γραφτεί αυτό το βιβλίο ήταν πλέον ορθάνοιχτος. Μία χάρη ζήτησα μόνο: να μην υπάρχει “κεφάλαιο 13”.

Η ανάγνωσή του ήταν για μένα επίπονη, βασανιστική αλλά και λυτρωτική. Ολοκληρώνοντάς τη νιώθω ότι δεν έκανα τίποτα σωστά. Δεν ακολούθησα κανέναν από τους κανόνες που γράφουν τα βιβλία των ειδικών ή που δίνουν οι γιατροί, για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουν οι σύντροφοι των καρκινοπαθών την αρρώστια. Τα έκανα όλα “λάθος” με έναν δικό μου τρόπο.

Καταπίεσα. “Βασάνισα” τον ασθενή θυμίζοντάς του με κάθε τρόπο ότι είναι άρρωστος και οφείλει να ακολουθεί με στρατιωτική πειθαρχία το πρόγραμμά του. Ευχαριστώ τον Κώστα που άντεξε. Γενικώς...

Λιποψύχησα. Όσο ποτέ στη ζωή μου. Κι ευχαριστώ τους γονείς του Κώστα, που “έφυγαν” όταν ο γιος τους ήταν ακόμη μωρό, όμως σε όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας μας ήταν δίπλα μου και μου έδιναν ελπίδα ότι θα νικήσουμε. Χάρη σε αυτούς, κανένας άλλος δεν κατάλαβε τον πανικό μου.

Είπα ψέματα. Σχεδόν σε όλους. Ευχαριστώ τους γονείς μου Γιώργο και Ελένη και τις οικογένειές μας, Νίκο, Ελένη, Άρτεμι, Θεοδόση Μπαξεβανίδη, και Νίκο, Δέσποινα, Γιώργο Παναγοηλιόπουλο, γιατί ήταν πάντα εκεί χωρίς να με ρωτήσουν ποτέ τίποτα παραπάνω απ’ όσα άντεχα να τους πω.

Έκλαψα. Αλλά μόνο στο μπάνιο μου. Ευχαριστώ τον Καρκίνο που μας επισκέφτηκε ντάλα καλοκαίρι κι έτσι μπορούσα να κλείνομαι με τις ώρες κάτω από το ντους αφήνοντας το νερό να παίρνει τα δάκρυά μου. Αν ήταν Γενάρης μήνας, πόσα ντους να δικαιολογήσω;

Αρνήθηκα οποιαδήποτε βοήθεια. Παριστάνοντας ότι αντέχω να τα περάσω όλα μόνη μου. Ευχαριστώ τη Μάικα και τον Αντώνη Ανδρικάκη, γιατί ήταν οι άνθρωποι που τους φόρτωνα το βάρος μου τις στιγμές που ένιωθα ότι θα με πλακώσει. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς αυτούς.

Θύμωσα. Με τον Κώστα. Με μένα. Ακόμη και με τον Θεό. Ευχαριστώ τη Μαρία και τον Δημήτρη Τσίρο, γιατί ξέρω πως έκαναν για λογαριασμό μας τις προσευχές που δεν έκανα εγώ.

Μέχρι και χαρτιά έπαιξα. Χωρίς να ξέρω! Και οφείλω ένα ευχαριστώ στον γιο μου, γιατί εκείνα τα δύσκολα αυγουστιάτικα μεσημέρια που παίζαμε οι τρεις μας “ξερή” για να βοηθήσουμε τον Κώστα να ξεχαστεί, κάθε φορά που το μυαλό μου λύγιζε από το βάρος των σκέψεων και πετούσα τα πιο άσχετα φύλλα την πιο λάθος στιγμή, εκείνος με “κάλυπτε” για να μην καταλάβει ο μπαμπάς του πόσο χάλια ήμουν.

“Ας της το χαρίσουμε” του έλεγε και μετά με μάλωνε με την τρυφερότητα που μόνο ένα δεκαεξάχρονο αγόρι διαθέτει. “Ηλίθια είσαι, ρε μαμά! Δεν πετάμε βαλέ από τον πρώτο γύρο χωρίς άλλα χαρτιά κάτω”. 

Τον “κορόιδεψα” τον Κωνσταντίνο μας. Αποφάσισα για εκείνον χωρίς εκείνον, ότι θα ήταν καλύτερα να μη μάθει πως ο μπαμπάς του έχει μεταστατικό καρκίνο. Και τον ευχαριστώ γιατί με εκείνο το αλάνθαστο ένστικτο που έχουν τα παιδιά μας, ήξερε πάντα να παίρνει το βλέμμα του από το δικό μου ακριβώς τη στιγμή που ήμουν έτοιμη να καταρρεύσω και να του ομολογήσω τη σκληρή αλήθεια.

Σε όσους βρίσκεστε στη θέση που ήμουν εγώ τότε, μία ευχή μόνο: με τη νίκη! Μην αφήσετε ποτέ κανέναν να σας πείσει ότι δεν γίνεται. Μπορεί και να γίνεται. Ακόμη και μία πιθανότητα στο εκατομμύριο να υπάρχει, δεν πρέπει να τη χάσετε.

Και κάτι ακόμη. Το ζεϊμπέκικο του νικητή που χόρεψε ο Κώστας την Πρωτοχρονιά του 2010, όταν οι εξετάσεις του πρώτου χρόνου βγήκαν καθαρές, ήταν το “Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας” του Μάνου Λοΐζου. Ένα τραγούδι χωρίς λόγια. Ίσως για να γράψει ο καθένας σας τα δικά του... Δικό σας, λοιπόν!

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com