26 Μαρ. 2020

Με εισιτήριο μια μυρωδιά, έσπασα την καραντίνα της Νέας Υόρκης!

Το άδειο μπουκάλι της μαλακτικής κρέμας μαλλιών, ενώ το ντουζ μου βρισκόταν σε εξέλιξη χθες το απόγευμα, με ανάγκασε να καταφύγω στη βοήθεια των μικρών αναμνηστικών από ταξίδια και εκδρομές.

Εκατοντάδες μπουκαλάκια γεμάτα με αφρόλουτρο, σαμπουάν, μαλακτική και κρέμες σώματος, αραδιασμένα σε ένα κουτί, ξεχασμένα στο ντουλάπι του μπάνιου, συνήθως ασχολούμαι μαζί τους κάθε φορά που κάνω γενική καθαριότητα στο σπίτι.

Ληγμένη η ημερομηνία σε πολλά από αυτά, με δυσκολία μπορώ να θυμηθώ πότε και από ποιο ξενοδοχείο τα πήρα, όμως ούτε στιγμή δεν έχει περάσει από το μυαλό μου να τα πετάξω ως άχρηστα.

"Μπορείς να μου δώσεις έναν λόγο που τα μαζεύουμε όλα αυτά;", γκρινιάζει συχνά ο άντρας μου (έχω σαφείς τάσεις ρακοσυλλέκτριας, το ομολογώ!) και η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν βρίσκω μια πειστική απάντηση να του δώσω.

Μέχρι χθες το απόγευμα. Ημέρα 14η που #μένουμε_σπίτι. 

Βγήκα μούσκεμα από τη ντουζιέρα, άνοιξα το ντουλάπι και πήρα στην τύχη το πρώτο μπουκαλάκι με μαλακτική κρέμα που έπιασε το χέρι μου. Άνοιξα το καπάκι του και ξαφνικά...

Το άρωμα της φράουλας δραπέτευσε από το εσωτερικό του και υψώθηκε μπροστά μου σαν τζίνι. 

"Θυμάσαι πού γνωριστήκαμε;" με ρώτησε μα πριν προφτάσω να του απαντήσω, με τύλιξε στην αγκαλιά του και με παρέσυρε πίσω στον χρόνο. 

Καλοκαίρι του 2008. Νέα Υόρκη. Το ταξίδι μας ήταν προγραμματισμένο πολλούς μήνες πριν. Η οικονομική κρίση είχε αρχίσει να δείχνει τα δόντια της στην αμερικανική οικονομία, αλλά οι φήμες για κραχ αντιμετωπίζονταν ακόμη ως υπερβολικές από την κοινή γνώμη. Δεν ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμαστε την ομορφότερη πόλη του κόσμου (στη δικη μου καρδιά...) κι έτσι η αλλαγή στην ατμόσφαιρα, έγινε αμέσως αντιληπτή.

Άνθρωποι σκυθρωποί, ανήσυχοι, προβληματισμένοι και υπεροπολυτελή καταστήματα που ξεπουλούσαν όσο όσο το εμπόρευμα τους, από τη μια μεριά.

Χιλιάδες ευρωπαίοι τουρίστες, αφελείς, ανυποψίαστοι, με μια σαδιστική ικανοποίηση για αυτό που βίωνε η πανίσχυρη Αμερική και ήταν τόσο μακριά από την ενωμένη Ευρώπη μας, από την άλλη...

"Το τελευταίο ξέγνοιαστο ταξίδι της ζωής μας...", είπα στο τζίνι, τερματίζοντας απότομα την πτήση μας. 

Προβλήματα υγείας στην οικογένεια, οικονομική κατάρρευση της χώρας, αγωνία μέχρι να ολοκληρώσει ο Κωνσταντίνος τις σπουδές του, ανασφάλεια για το μέλλον του ίδιου και όλων των παιδιών της καταραμένης δεκαετίας της κρίσης, δεν μας επέτρεψαν να απολαύσουμε ανέμελα καμία από τις αποδράσεις που ακολούθησαν.

"Θα έρθουν ξανά αυτές οι μέρες. Θα τελειώσει ο εφιάλτης της αρρώστιας, θα σηκώσει κεφάλι η οικονομια μας, θα βρει τον δρόμο της η γενιά του γιου μας", λέγαμε ο ένας στον άλλον όλα αυτά τα χρόνια, όχι για παρηγοριά, αλλά γιατί πραγματικά πιστεύαμε πως αργά ή γρήγορα θα βγούμε από το σκοτάδι.

"Μαρία, έλα, βγαίνει ο Τσιόδρας" έφτασε στα αυτιά μου σαν πιστολιά η φωνή του Κώστα, έξω από την πόρτα του μπάνιου.

Σφράγισα ευλαβικά το τζίνι στο μπουκαλάκι του και το τοποθέτησα στο ράφι για να το βλέπω καθημερινά. Έπειτα τέλειωσα όπως όπως το ντουζ και κάθισα στον καναπέ για να ακούσω τα νέα του κορονοϊού δια στόματος του φύλακα-άγγελου που μας έστειλε ο Θεός στην πιο δύσκολη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας μας.

"Μένουμε σπίτι", ήταν και πάλι η παράκλησή του. 

Μένουμε, του υποσχέθηκα βουβά. Όσο χρειαστεί. Η ζωή μας δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια, μα έχουμε ακόμη πολλά ταξίδια να κάνουμε. Χωρίς το τζίνι, συνέχισα απευθυνόμενη στον εαυτό μου. Όχι για παρηγοριά. Αλλά γιατί είμαι απολύτως βέβαιη γι αυτό!

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com