Δεκαετία 50-60-70

8 Φεβ. 2020

Η φωτογραφία τραβήχτηκε στον Πειραιά, την πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα, τα Χριστούγεννα του 1976 κι έχει πρωταγωνιστές τρεις ανθρώπους κι ένα ημιτελές- κτίριο στο βάθος.

Ο αδελφός μου, στα αριστερά, κλείνει τα 45 φέτος. Εγώ, στα δεξιά, έχω πλέον γιο 24 ετών. Και ο συμπαθής κύριος που είναι ντυμένος Άγιος Βασίλης θα έχει σίγουρα ενήλικα εγγόνια, ενδεχομένως και δισέγγονα. Το μόνο που μένει ίδιο και απαράλλακτο σε πείσμα του χρόνου που κυλάει και της ζωής που εξελίσσεται, είναι το κτίριο.

Ημιτελές, κουφάρι, φάντασμα, 41 χρόνια μετά από την λήψη της φωτογραφίας. Ένα γιαπί που βλέπει τους Πειραιώτες να μεγαλώνουν, τις γενιές να διαδέχονται η μία την άλλη κι εκείνο, στέκει πάντα εκεί... Στο κέντρο της πόλης, στην Πλατεία Κοραή, δίπλα από το ιστορικό Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Πρόκειται για ένα κτίσμα που η ανέγερσή του ξεκίνησε στα χρόνια της Χούντας, όταν γκρεμίστηκε το ιστορικό κτίριο της Ραλλείου Σχολής Θηλέων που υπήρχε από το 1857 στο σημείο αυτό. Ο Δήμαρχος Αριστείδης Σκυλίτσης, που βρέθηκε στο τιμόνι του Πειραιά επί επταετίας, είχε λάβει την απόφαση να χτίσει στο οικόπεδο της Πλατείας Κοραή, το νέο δημαρχιακό μέγαρο.

Η μεταπολίτευση βρήκε το γιαπί στην εικόνα που βλέπετε στη φωτογραφία και σε συνδυασμό με έναν δικαστικό αγώνα που θυμίζει Λερναία Ύδρα, οι εργασίες "πάγωσαν" για τέσσερις δεκαετίες!

Στη σκιά του, φωτογραφήθηκα με τον Άγιο Βασίλη όταν ήμουν παιδάκι. Παρέλασα ως μαθήτρια με το 1ο Γυμνάσιο και Λύκειο Πειραιά. Ξαγρύπνησα τρομαγμένη στους σεισμούς του '81. Πανηγύρισα την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ το '87. Βγήκα καρδιοχτυπώντας τα πρώτα ραντεβού μου. Είδα σκασμένη από ζήλεια (βαζέλα γαρ...) τους συμπολίτες μου να υποδέχονται τον Λάγιος Ντέταρι το ΄88. Έφαγα (το απόλυτο) χειροποίητο παγωτό καϊμάκι με γλυκό βύσσινο στη "Στάνη". Πήγα σινεμά στο "Αττικόν". Συνάντησα τον άντρα της ζωής μου. Πήγα βόλτα τον γιο μας μωρό στο καρότσι του. Είδα 10 δημάρχους να ανεβοκατεβαίνουν (άλλοι εξαιρετικοί, άλλοι τραγωδίες...). Συνάντησα τους παλιούς συμμαθητές και φίλους στο reunion των σχεδόν 30 ετών από το τέλος του σχολείου...

Και κάθε φορά που σηκώνω το βλέμμα μου στο γιαπί και ταξιδεύω στους ορόφους του (ακόμη και σήμερα που το έχουν σκεπάσει με πινακίδες) σκέφτομαι ότι το παρατημένο κουφάρι της Πλατείας Κοραή είναι ένα σύμβολο της Μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Που κουβαλάει, μεταφορικά και κυριολεκτικά, δεκάδες άλλα κουφάρια στην ντουλάπα της... "Οικοδομήματα" που ξεκίνησαν με τις καλύτερες προοπτικές να εξελιχθούν σε "μέγαρα", μα στην πορεία παρέμειναν γιαπιά...

Πριν από λίγες ημέρες, έγινε γνωστό ότι στο κτίριο-φάντασμα θα μεταφερθούν τα Δικαστήρια Πειραιά. Όχι αύριο, μεθαύριο, αλλά το 2021! Ας μην το δέσουμε και κόμπο... Είναι φανερό, ότι για το εν λόγω ακίνητο, ο χρόνος είναι πολύ σχετική υπόθεση...

Μαρία Παναγοπούλου
follow me on facebook

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα

27 Σεπ. 2017

Οι ασπρόμαυρες οικογενειακές φωτογραφίες, όπως και οι Ελληνικές ταινίες χωρίς χρώμα, ασκούν πάνω μου μία μοναδική γοητεία, καθώς με ταξιδεύουν σε μία Ελλάδα που δεν γνώρισα και μου δίνουν τη δυνατότητα να την συγκρίνω με την σημερινή. Πολλά τα θετικά, πολλά και τα αρνητικά που προκύπτουν από την σύγκριση.

Σήμερα θα σταθώ σε κάτι, που πραγματικά μου λείπει από εκείνες τις μακρινές δεκαετίες: στο στυλ των Ελλήνων! Και δεν αναφέρομαι στην ελίτ του Κολωνακίου αλλά σε απλούς ανθρώπους, όπως ήταν οι γονείς μου και οι φίλοι τους. Γεννημένη στον Άγιο Βασίλη του Πειραιά η μαμά μου, παιδί δημοσίου υπαλλήλου, εργαζόμενη σε φαρμακείο η ίδια. Γεννημένος στη Γούβα στο Παγκράτι ο μπαμπάς μου, παιδί φτωχής πολύτεκνης οικογένειας με μπαμπά τσαγκάρη. Ανάλογο ήταν και το κοινωνικό στάτους των φίλων τους, που απεικονίζονται στις φωτογραφίες που ακολουθούν.

Η πρώτη φωτογραφία είναι από την θρυλική Τριάνα του Χειλά, που βρισκόταν επί της Λεωφόρου Συγγρού στο ύψος του Άγιου Σώστη. Φεβρουάριος του 1968, οι άντρες φορούν όλοι τα επίσημα μαύρα σακάκια τους και γραβάτα, ενώ στις γυναίκες ξεχωρίζουν οι περίτεχνοι, φροντισμένοι κότσοι στα μαλλιά. Μπορεί να έπαιζε ρόλο και το γεγονός ότι απέναντί τους στο πάλκο κάθονταν ζωντανοί θρύλοι του τραγουδιού όπως οι Γιάννης Παπαϊωάννου, Βασίλης Τσιτσάνης ή οι Στέλιος Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Γρηγορης Μπιθικώτσης, Πόλυ Πάνου, Βίκυ Μοσχολιού και τόσοι άλλοι που ίσως σου δημιουργούσαν την επιθυμία να τους τιμήσεις ακόμη και φροντίζοντας τα ρούχα που θα φορέσεις ακούγοντάς τους... Άλλα καλλιτεχνικά μεγέθη... Δυσθεώρητα...

Σειρά έχει ένα ενσταντανέ από τους αρραβώνες των γονιών μου, την ίδια περίπου εποχή. Δεν θα σχολιάσω την ατυχή έμπνευση του φωτογράφου να κοτσάρει την λουλουδιασμένη σύνθεση ανάμεσά τους. Θα μείνω σε εκείνο που πάντα με γοητεύει όταν κοιτάζω την συγκεκριμένη εικόνα. Την εμφάνιση της μαμάς μου. Το μαλλί-υπερπαραγωγή, βγαλμένο θαρρείς από πασαρέλα μόδας, και το ντύσιμο sur mesure, με το ολομέταξο φουστάνι ραμμένο στην μοδίστρα της γειτονιάς στον Πειραιά και ασορτί παππούτσια από το ίδιο ακριβώς ύφασμα!

Πάμε τώρα λίγο πιο πίσω χρονικά. Σε μία εκδρομή στο Σούνιο, το 1959! Το ξύλινο τραπεζάκι κάτω από τα πεύκα και το ακορντεόν που παίζει ο μοναδικός νεαρός της παρέας, παραπέμπουν απευθείας σε Ελληνική ταινία, όμως εγώ θα μείνω και πάλι στα ρούχα των κοριτσιών. Καρώ φαρδιες φούστες μέχρι το γόνατο, στενά μπλουζάκια με μανικάκι 3/4 και μάλλινες ζακετούλες με κουμπάκια, συνθέτουν το σκηνικό, με το μεταξωτό μαντήλι στα μαλλιά να το απογειώνει.

Το ταξίδι στο χρόνο συνεχίζεται, στις αρχές της δεκαετίας του '60. Ο μπαμπάς μου υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία και η οικογένειά του από την φτωχική Γούβα του Παγκρατίου, έχει πάει να τον επισκεφτεί. Ξεχωρίζω το ντύσιμο της θείας μου και αδελφής του, με το φινετσάτο εμπριμέ φόρεμα, τα λευκά κομψά σανδάλια και το ασορτί καλάθι της, ακουμπισμένο στο στύλο.

Η μαμά μου (δεξιά) με την ξαδέλφη της Ελένη Σαμλή (αριστερά), έχουν σειρά τώρα. Χριστούγεννα του 1965, τα δύο 20χρονα κορίτσια έχουν χτενίσει τα μαλλιά τους με την τελευταία λέξη της μόδας και φορούν τα ονειρεμένα παλτό τους, κι αυτά δημουργίες της μοδίστρας της γειτονιάς. Υφάσματα γνήσια, 100% μαλλί, και γούνες faux στον γιακά, με μήκος μέχρι το γόνατο. Λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά: οι πέρλες στα αυτιά...

Και κάπως έτσι μπαίνουμε στην δεκαετία του ΄70. Ο μπαμπάς μου με τον φίλο του τον Τάκη, προσέρχονται σε ένα νυχτερινό κέντρο ντυμένοι για εξώφυλλο της VOGUE. Η εικόνα μιλάει από μόνη της... Θέλω να επαναλάβω ότι δεν μιλάμε για κάποιους μεγαλοεπιχειρηματίες του Κολωνακίου αλλά για βιοπαλαιστές που εκείνη την εποχή αγωνίζονταν να χτίσουν κάτι δικό τους (όπως σας έχω ήδη περιγράψει με αφορμή μία μεταγενέστερη φωτογραφία του μπαμπά μου με την Ούρσουλα Άντρες). Δεν κυκλοφορούσαν έτσι όλη μέρα, όμως όταν έβγαιναν να διασκεδάσουν το έκαναν με στυλ. 

Από την ίδια δεκαετία και η τελευταία εικόνα. Μέσα πια των ΄70s. Απεικονίζεται και πάλι ο μπαμπάς μου με τον φίλο του τον Νικηφόρο Ευφραιμίδη αυτή τη φορά. Nτυμένοι με τα κλασσικά κοστούμια τους έχουν πάει αντροπαρέα στα μπουζούκια. Στο βάθος, πάνω στην πίστα, διακρίνεται ο μέγας Γιάννης Καλατζής!

Δεν ξέρω τι χάλασε στην πορεία...

Πώς περάσαμε σταδιακά στη φτηνή αισθητική της βιντεοκασέτας την δεκαετία του΄80 (από όπου ξεχωρίζω μόνο το στυλ της Καίτης Φινου), στην νεοπλουτίστικη κιτσαρία της δεκαετίας του ΄90, στον καταναγκασμό του φιρμάτου, υπερεκτιμημένου ρούχου των αρχών της δεκαετίας του 2000.

Πώς φτάσαμε στη δαιμονοποίηση της φινέτσας, του στυλ, του κοστουμιού (και φυσικά της γραβάτας), καθιστώντας τα συνώνυμα του βολέματος, του συντηρητισμού, του συστήματος ή ακόμη και της διαπλοκής, ταυτίζοντας αυτομάτως την "φτήνια" με την εντιμότητα και τον προοδευτισμό...

Αν και τώρα πια, στην Ελλάδα-φάντασμα, λίγη σημασία έχουν όλα αυτά...

4 Μαϊ. 2017

Την είδα μία και μοναδική φορά στη ζωή μου από κοντά. Ήταν πριν από περίπου 20 χρόνια, στη Μύκονο. Στην αρχή δεν την αναγνώρισα. Είμαστε σε ένα εστιατόριο με φίλους, όταν ξαφνικά τα κεφάλια όλων μας γύρισαν προς την είσοδο και έμειναν "παγωμένα", σαν να συμμετείχαμε σε μιούζικαλ του Δαλιανίδη.

Ο λόγος ήταν μία απερίγραπτα όμορφη μελαχροινή γυναίκα, μαυρισμένη από τον ήλιο, εντελώς άβαφτη, ντυμένη με ένα ολόλευκο καφτάνι και χρυσά φλατ πέδιλα. Η εικόνα της αρχαίας Ελληνίδας θεάς έβρισκε την απόλυτη ενσάρκωση πάνω της. Δεν ήταν νέα, κάπου γύρω στα 50, αλλά στο πρόσωπό της δεν φαινόταν κανένα ίχνος αισθητικής επέμβασης (δεν ξέρω αν υπήρχε, όμως δεν φαινόταν!). Το μόνο που έβλεπες και σε καθήλωνε, ήταν μία σχεδόν απόκοσμη λάμψη. Ένα εσωτερικό φως που έμοιαζε να βγαίνει από μέσα της και να την ακολουθεί παντού.

 "Είναι η Κορίνα Τσοπέη" διαπίστωσε ο άντρας μου, την στιγμή που εκείνη καθόταν στο διπλανό τραπέζι με την παρέα της. Η μοναδική Ελληνίδα που κατέκτησε τον τίτλο "Μις Υφήλιος" το 1964, έμεινε περίπου μιάμιση ώρα στο εστιατόριο. Ήταν πολλοί εκείνοι που την αναγνώρισαν και έσπευσαν να της σφίξουν το χέρι, να την καλωσορίσουν στην πατρίδα ή να φωτογραφηθούν μαζί της. Έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται γιατί η παρουσία της προκαλούσε τόση εντύπωση. Όμως με ένα πλατύ, αφοπλιστικό χαμόγελο, απαντούσε σε όλους, χωρίς να δυσανασχετεί που δεν την άφηναν να απολαύσει το φαγητό της.

Την ίδια εποχή, τέλη της δεκαετία του ΄90, στα σοκάκια της Μυκόνου περιφέρονταν διάφορα τηλεοπτικά "τίποτα" με στρατιές αυλικών γύρω τους για να τους/τις προστατεύσουν από τα πλήθη (τα ποιά;) και ύφος "είμαι μεγάλη star αγάπη μου"...

Ήθελα πολύ να της ζητήσω κι εγώ να βγάλουμε μαζί μία φωτογραφία, μα δεν το τόλμησα. Είκοσι χρόνια μετά, σκέφτομαι πως ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Γιατί ακόμη και ο πιο προηγμένος φωτογραφικός φακός δεν θα μπορούσε να αιχμαλωτίσει την λάμψη της και θα περιοριζόταν απλώς στην μοναδική ομορφιά της.

Το εξώφυλλο με το οποίο συνοδεύω το κείμενό μου προέρχεται από την προσωπική συλλογή μου με παλιά περιοδικά και εφημερίδες. Περιοδικόν "Πρώτο", τεύχος 404, τιμή "δραχμαί 4", απεικονίζει την Μανιάτισσα καλλονή αμέσως μετά την κατάκτηση του τίτλου της "Σταρ Ελλάς" λίγο πριν στεφθεί "Ωραιότερη γυναίκα του κόσμου".

Πιστέψτε με, η 50άρα Κορίνα Τσοπέη που είδε εγώ τότε στη Μύκονο, δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από αυτήν της φωτογραφίας. Ίσως γιατί την έλουζε η γοητεία της αυθεντικής ομορφιάς που όταν συναντάει την ωριμότητα, γίνεται πανίσχυρη!

Μαρία Παναγοπούλου
follow me on facebook

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα