Δεκαετία 50-60-70

9 Μαρ. 2020

 Το ζευγάρι της φωτογραφίας είναι ο Σπυρίδων Δενδρινός και η Κυριακή (Κούλα) Μπάιζου. Παντρεύτηκαν το 1942, μέσα στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ η Ελλάδα ήταν υπό γερμανική κατοχή. Γνωρίστηκαν από προξενιό. Και παρά τη φρίκη του πολέμου, αποφάσισαν να ενωθούν "εις σάρκαν μίαν".

Φόρεσαν το γαμπριάτικο κοστούμι και το νυφικό αντίστοιχα, στήθηκαν και για την τυπική φωτογραφία και λίγα χρόνια αργότερα έφεραν στον κόσμο την μονάκριβη κόρη τους, την Ελένη. Τη μαμά μου. Γιατί ο Σπύρος και η Κούλα, όπως τους φώναζαν οι δικοί τους άνθρωποι, ήταν ο παππούς μου και η γιαγιά μου.

Όταν ανακάλυψα για πρώτη φορά αυτή τη φωτογραφία, στο "οικογενειακό σεντούκι", έμεινα να την παρατηρώ για ώρα. Τα σφιγμένα πρόσωπα του ζευγαριού, ήταν τα πρώτα που τράβηξαν την προσοχή μου. Αν δεν τους ήξερα θα υπέθετα πως ήταν άνθρωποι αγέλαστοι, μονόχνωτοι, όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Απλώς και οι δύο σε όλη τους τη ζωή, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, δεν χαμογελούσαν ποτέ στις φωτογραφίες.

Στην Ελλάδα του 1942 βέβαια δεν ήταν εύκολο να χαμογελάς. Πείνα, εξαθλίωση, φόβος, θάνατος...σκέπαζαν με το μαύρο πέπλο τους τις ψυχές των Ελλήνων και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που αγαπώ αυτή τη φωτογραφία. Η απόφαση δύο νέων να παντρευτούν εν μέσω της απόλυτης δυστυχίας, νομίζω πως σηματοδοτεί την απόλυτη επικράτηση της ζωής απέναντι στον πόλεμο. Την νίκη του λευκού πέπλου έναντι του μαύρου...

Η στάση που έχει τοποθετήσει ο φωτογράφος της εποχής τους νιόνυμφους, είναι άλλο ένα στοιχείο που κεντρίζει την προσοχή μου όποτε κοιτάζω την εικόνα. Η γυναίκα καθιστή, "υπό", και ο άντρας όρθιος, καμαρωτός, κυρίαρχος. Στη φωτογραφία... Στα μυαλά των ανθρώπων... Στις κοινωνικές αντιλήψεις... Γιατί στην πραγματική ζωή, η Μανιάτισσα Κούλα, ήταν εκείνη που επέβαλε τον ρυθμό. Όπως διαχρονικά συμβαίνει στις Ελληνικές οικογένειες, αλλά ας μην το κάνουμε και θέμα...

Ο παππούς και η γιαγιά αν και παντρεύτηκαν από προξενιό, έζησαν αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος. Η γιαγιά έφυγε πρώτη, πολύ νωρίς, χτυπημένη από διαβήτη. Και ο παππούς, νεότατος χήρος, αρνήθηκε πεισματικά να ξαναφτιάξει τη ζωή του, μένοντας και μετά θάνατον πιστός στην Κούλα του

Άλλες εποχές, άλλα ήθη, άλλοι άνθρωποι... Σε πολλά σημεία "καλύτεροι", σε άλλα τόσα "χειρότεροι" από εμάς... Σίγουρα όμως "διαφορετικοί".

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

Follow me on facebook

Διαβάστε όλη τη στήλη Ρετρό

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα

8 Φεβ. 2020

 

Η φωτογραφία τραβήχτηκε στον Πειραιά, την πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα, τα Χριστούγεννα του 1976 κι έχει πρωταγωνιστές τρεις ανθρώπους κι ένα ημιτελές- κτίριο στο βάθος.

Ο αδελφός μου, στα αριστερά, κλείνει τα 45 φέτος. Εγώ, στα δεξιά, έχω πλέον γιο 24 ετών. Και ο συμπαθής κύριος που είναι ντυμένος Άγιος Βασίλης θα έχει σίγουρα ενήλικα εγγόνια, ενδεχομένως και δισέγγονα. Το μόνο που μένει ίδιο και απαράλλακτο σε πείσμα του χρόνου που κυλάει και της ζωής που εξελίσσεται, είναι το κτίριο.

Ημιτελές, κουφάρι, φάντασμα, 41 χρόνια μετά από την λήψη της φωτογραφίας. Ένα γιαπί που βλέπει τους Πειραιώτες να μεγαλώνουν, τις γενιές να διαδέχονται η μία την άλλη κι εκείνο, στέκει πάντα εκεί... Στο κέντρο της πόλης, στην Πλατεία Κοραή, δίπλα από το ιστορικό Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Πρόκειται για ένα κτίσμα που η ανέγερσή του ξεκίνησε στα χρόνια της Χούντας, όταν γκρεμίστηκε το ιστορικό κτίριο της Ραλλείου Σχολής Θηλέων που υπήρχε από το 1857 στο σημείο αυτό. Ο Δήμαρχος Αριστείδης Σκυλίτσης, που βρέθηκε στο τιμόνι του Πειραιά επί επταετίας, είχε λάβει την απόφαση να χτίσει στο οικόπεδο της Πλατείας Κοραή, το νέο δημαρχιακό μέγαρο.

Η μεταπολίτευση βρήκε το γιαπί στην εικόνα που βλέπετε στη φωτογραφία και σε συνδυασμό με έναν δικαστικό αγώνα που θυμίζει Λερναία Ύδρα, οι εργασίες "πάγωσαν" για τέσσερις δεκαετίες!

Στη σκιά του, φωτογραφήθηκα με τον Άγιο Βασίλη όταν ήμουν παιδάκι. Παρέλασα ως μαθήτρια με το 1ο Γυμνάσιο και Λύκειο Πειραιά. Ξαγρύπνησα τρομαγμένη στους σεισμούς του '81. Πανηγύρισα την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ το '87. Βγήκα καρδιοχτυπώντας τα πρώτα ραντεβού μου. Είδα σκασμένη από ζήλεια (βαζέλα γαρ...) τους συμπολίτες μου να υποδέχονται τον Λάγιος Ντέταρι το ΄88. Έφαγα (το απόλυτο) χειροποίητο παγωτό καϊμάκι με γλυκό βύσσινο στη "Στάνη". Πήγα σινεμά στο "Αττικόν". Συνάντησα τον άντρα της ζωής μου. Πήγα βόλτα τον γιο μας μωρό στο καρότσι του. Είδα 10 δημάρχους να ανεβοκατεβαίνουν (άλλοι εξαιρετικοί, άλλοι τραγωδίες...). Συνάντησα τους παλιούς συμμαθητές και φίλους στο reunion των σχεδόν 30 ετών από το τέλος του σχολείου...

Και κάθε φορά που σηκώνω το βλέμμα μου στο γιαπί και ταξιδεύω στους ορόφους του (ακόμη και σήμερα που το έχουν σκεπάσει με πινακίδες) σκέφτομαι ότι το παρατημένο κουφάρι της Πλατείας Κοραή είναι ένα σύμβολο της Μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Που κουβαλάει, μεταφορικά και κυριολεκτικά, δεκάδες άλλα κουφάρια στην ντουλάπα της... "Οικοδομήματα" που ξεκίνησαν με τις καλύτερες προοπτικές να εξελιχθούν σε "μέγαρα", μα στην πορεία παρέμειναν γιαπιά...

Πριν από λίγες ημέρες, έγινε γνωστό ότι στο κτίριο-φάντασμα θα μεταφερθούν τα Δικαστήρια Πειραιά. Όχι αύριο, μεθαύριο, αλλά το 2021! Ας μην το δέσουμε και κόμπο... Είναι φανερό, ότι για το εν λόγω ακίνητο, ο χρόνος είναι πολύ σχετική υπόθεση...

Μαρία Παναγοπούλου
follow me on facebook

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα

8 Απρ. 2019

 Όταν ήμουν μικρότερη, κάθε φορά που κοιτούσα τις νεανικές φωτογραφίες των γονιών μου, σκεφτόμουν "πω, πω, σαν Ελληνική ταινία μοιάζουν". Μεγαλώνοντας άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως τελικά συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Μήπως δηλαδή δεν ήταν η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου "σαν βγαλμένοι από Ελληνική ταινία" αλλά οι λατρεμένες Ελληνικές ταινίες εκείνης της εποχής ήταν βγαλμένες από την ζωή των μαμάδων μας και των μπαμπάδων μας. Με αυτήν τη σκέψη, ξεκίνησα να βλέπω με άλλη ματιά τις φωτογραφίες τους, προσπαθώντας να τις ταιριάξω με την σωστή κινηματογραφική παραγωγή. Κάπως έτσι εντόπισα την παραπάνω εικόνα, με τους γονείς μου να τρώνε σε ένα ταβερνάκι πάνω στο κύμα, όπως έκανε και η Ρένα Βλαχοπούλου στην ταινία "Ζητείται επειγόντως γαμπρός" ...

 ...ή αυτήν της μητέρας μου και μιας συμμαθήτριάς της με τις σχολικές ποδιές τους, ωσάν άλλες Γιαδικάρογλου και Πετροβασίλη στο "Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο"...

 ...και δύο του μπαμπά μου, αυτήν που ποζάρει με το μαγιό όπως και ο Ανδρέας Μπάρκουλης στην ταινία "Τζένη Τζένη" και την παρακάτω που μοιάζει να τραβήχτηκε στην αυλή όπου ζούσαν οι ήρωες του λατρεμένου μιούζικαλ "Κάτι να καίει".

'Ισως τελικά, ένα από τα μυστικά χάρη στα οποία οι Ελληνικές ταινίες εκείνης της εποχής έμειναν "αθάνατες" και συνέχισαν να ασκούν τόσο έντονη γοητεία στις επόμενες γενιές, να κρύβεται σε αυτό ακριβώς το στοιχείο: στην μεγαλειώδη απλότητά τους. Ή και στο γεγονός ότι "φυλάκισαν" για πάντα μέσα τους "την μαμά μας και τον μπαμπά μας", αναλλοίωτους στον χρόνο. Όπως τότε, που εμείς είμαστε παιδιά...

Μαρία Παναγοπούλου

thisismarias.com

follow me on facebook   

6 Δεκ. 2017

Μια αναζήτηση στις οικογενειακές φωτογραφίες των παιδικών μου χρόνων, με έφερε μπροστά σε μία διαπίστωση που για χρόνια μου διέφευγε: τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα των περασμένων δεκαετιών αν και λιγότερο φορτωμένα και λαμπερά από τα σημερινά, σηματοδοτούσαν μέρες αληθινά γιορτινές, στολίζοντας τα σπίτια ανθρώπων που περίμεναν με ελπίδα, ενθουσιασμό και (συχνά) παιδική αφέλεια τον νέο χρόνο.

Δεντράκια μικροσκοπικά, τοποθετημένα σε τραπεζάκια για να αποκτήσουν λίγο παραπάνω μπόι, συνοδευόμενα από μεγάλες φιγούρες του Θείου Βρέφους και της φάτνης, αποτυπώνονται στις φωτογραφίες της δεκαετίας του 50 που η μητέρα μου ήταν παιδί.

Στο ίδιο περίπου στυλ, αν και εμφανώς πιο στολισμένα με λευκό βαμβάκι υπό την μορφή χιονιού, παρέμεινε το δέντρο και την δεκαετία του ΄60, όταν πια η μητέρα μου μπήκε στην δεύτερη δεκαετία της ζωής της,

ενώ στην εκπνοή της δεκαετίας του ΄60, τα δέντρα μεγάλωσαν, παραχωρώντας την θέση τους στα αληθινά, ψηλότερα μεν, με κλαδιά ισχνά δε, συνοδεία φάτνης-υπερπαραγωγής πάντα (τα διάσπαρτα προβατάκια μιλούν από μόνα τους...).

Φτάνοντας στην δεκαετία του ΄70, όταν εγώ κι ο αδελφός μου είμαστε παιδιά, τα ασημένια δέντρα δείχνουν να έχουν την τιμητική τους, με τα στολίδια να ακολουθούν την τάση της μονοχρωμίας.

Την δεκαετία του ΄80, στα χρόνια της εφηβείας μου, ο χριστουγεννιάτικος στολισμός εναρμονίζεται πια με το υπέροχο κιτς των '80ς.

 Kαι κάπου εκεί το κόνσεπτ αρχίζει να απογειώνεται. Να ξεφεύγει... Να ακολουθεί την λογική του "στολίζουμε τα πάντα", πιστό στην υπερβολή που στιγμάτησε ανεξίτηλα την δεκαετία του ΄90 (και μαζί της το μέλλον μας και τις ζωές μας).

Το οξύμωρο είναι πως όσο τα δέντρα μεγάλωναν, φορτώνονταν, γίνονταν "σικάτα", υπερπολυτελή και υπέρλαμπρα, τόσο χανόταν η μαγεία των Χριστουγέννων. Θαρρείς και οι άνθρωποι νιώθαμε την ανάγκη να κρύψουμε τις χαμένες ελπίδες για τον νέο χρόνο που έρχεται, κάτω από τα ασφυκτικά στολισμένα δέντρα μας...  

Όχι, δεν ήταν ο στόχος μου να παρελθοντολογήσω, ούτε να μελαγχολήσω με το άρθρο αυτό. Μόνο να αποτυπώσω την πραγματικότητα όπως την είδαν τα μάτια μου κοιτάζοντας τις φωτογραφίες που μοιράζομαι μαζί σας... Μπορεί να την είδαν και λάθος. Ου γαρ έρχεται μόνο... Καλες γιορτές να έχουμε!

Μαρία Παναγοπούλου

thisismarias.com

follow me on facebook  

30 Νοε. 2017

Στη γειτονιά μου, στο Παλαιό Φάληρο, λειτουργεί το Μουσείο Παιχνιδιών που υπάγεται στο Μουσείο Μπενάκη. Καιρό τώρα, κάθε φορά που περνούσα έξω από τον επιβλητικό πύργο στον οποίο στεγάζονται τα παιδικά παιχνίδια του μακρινού παρελθόντος, έπιανα τον εαυτό μου να κοιτάζει την υπέροχη ταμπέλα του. Η υπερμεγέθης κούκλα που φιγουράρει στην δεξιά της πλευρά τραβούσε σαν μαγνήτης το βλέμμα μου, χωρίς να μπορώ να καταλάβω το γιατί.

Η απορία μού λύθηκε μόλις σήμερα το πρωί, όταν κοιτάζοντας για πολλοστή φορά την τεράστια κούκλα, "ζωντάνεψε" μπροστά στα μάτια μου μια εικόνα: η μαμά μου, μικρό κοριτσάκι στις αρχές της δεκαετίας του ΄50, με έναν χοντροκομμένο φιόγκο στο κεφάλι της, κρατάει στα χέρια της μια παρόμοια σε μέγεθος κούκλα, εντελώς αφύσικη για τα δικά μου δεδομένα!

Επιστρέφοντας στο σπίτι, αναζήτησα την σχετική φωτογραφία και παρατήρησα για πρώτη φορά με τόση προσοχή εκείνο το κοριτσίστικο παιχνίδι του χθες. Με ύψος σχεδόν το μισό από εκείνο της μητέρας μου, δεν μοιάζει σε τίποτα με τη μικροσκοπική και λεπτεπίλεπτη (διεθνή) Barbie ή την (Ελληνική αντιγραφή της) Bibi-bo, με τις οποίες μεγάλωσα εγώ. Θα έλεγα ότι αν οι δικές μου κούκλες παρέπεμπαν εμφανισιακά στη Ζωή Λάσκαρη, εκείνες της εποχής της μαμάς μου ήταν φτυστές η Ευαγγελία Σαμιωτάκη. Κι όμως... Χάριζαν την ίδια, για να μην πω περισσότερη, χαρά στα κοριτσάκια που τις έσφιγγαν στις αγκαλιές τους. 

Ελάχιστη σημασία έχει ποιες ήταν ομορφότερες. Η ομορφιά της μιας γενιάς, μπορεί να είναι ανύπαρκτη για την επόμενη. Προσωπικά, δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τι έβρισκε ο γιος μου στον Pikachu και στον Buzz Lightyear. Ίσως αυτή η διαφορά "ματιάς" να είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα μεταξύ των γενεών...

Είτε μας αρέσει είτε όχι, τα παιχνίδια είναι "ζωντανοί οργανισμοί" που εξελίσσονται στο πέρασμα του χρόνου και μεγαλώνουν μαζί με τα παιδιά. Ακόμη κι αν μικραίνουν στο μέγεθος... Αν αγριεύουν... Αν χάνουν την αθωότητά τους... Πόσες ομοιότητες έχει άραγε ένα 6χρονο της δεκαετίας του '50, με ένα 6χρονο του 2017; Μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού... Δεν θα ήταν ουτοπικό να περιμένουμε να παραμένουν ίδια τα παιχνίδια τους; 

Μαρία Παναγοπούλου

thisismarias.com

follow me on facebook