Δεκαετία 80

16 Μαϊ. 2020

Η οικογενειακή φωτογραφία, απεικονίζει τους γονείς μου, τον αδελφό μου κι εμένα, στα μπουζούκια. Και δεν χρειάζεται να δει κανείς την ημερομηνία που αναγράφεται στο πίσω μέρος της για να μαντέψει την εποχή που έχει τραβηχτεί.

Το πράγμα φωνάζει από μόνο του: ένδοξα ΄80s!
 
Στοιχείο 1. Θα ξεκινήσω από το προφανές. Λευτέρης Πανταζής. Για το κοινό του: Λε Πα. Ο κυρίαρχος της 80s πίστας. Έχει μόλις ολοκληρώσει το πρώτο πρόγραμμα, έχει φορέσει ρούχα απλά (για τα δεδομένα του) κι έχει κατέβει να φωτογραφηθεί με τον λαό. Αυξάνοντας έτσι τις πωλήσεις των φωτογραφιών αλλά παράλληλα δίνοντας το μήνυμα ότι είναι ένας από εμάς.  Ένα παιδί του λαού...

Στοιχείο 2. Η απουσία φιάλης ουίσκι από τα τραπέζια. Αναψυκτικά, μπύρες και (ελληνικό) κρασί Αpelia. Είμαστε στη μέση της δεκαετίας του ΄80. Το ΠΑΣΟΚ (το original, του Ανδρέα) έχει εξασφαλίσει την δεύτερη σαρωτική νίκη στις εκλογές με ποσοστό 45,82 % και η "αλλαγή" έχει αρχίσει σιγά σιγά να επιβραδύνει ταχύτητα, αφού στο τιμόνι του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας βρίσκεται ο Κώστας Σημίτης. Η υποτίμηση της τιμημένης δραχμούλας κατά 15%, προκαλεί ένα γενικό μούδιασμα στους Έλληνες. Τα μπουζούκια, προσαρμοζόμενα στις ανάγκες των καιρών, δεν υποχρεώνουν κανέναν να πάρει φιάλη με ουίσκι, ενώ όπως φαίνεται και στην φωτογραφία τα τραπέζια τους γεμίζουν από την μέση Ελληνική οικογένεια. Οι ορδές των νεόπλουτων της δεκαετίας του ΄90 δεν έχουν κάνει ακόμη την εμφάνισή τους ...

Στοιχείο 3. Τα μαλλιά. Αγόρια, κορίτσια, άντρες, γυναίκες, ωσάν άλλα playmobil, έχουν δύο και μόνο τάσεις στα κεφάλια τους: οι μισοί περνούν από το κομμωτήριο με τις φωτογραφίες των Μιχαλόπουλου, Γαρδέλη, Αλιμπέρτη ανά χείρας. Και οι υπόλοιποι κάνουν μαζικά περμανάντ (κουρεύοντας το μπροστινό μέρος του κεφαλιού σαν θάμνο, και αφήνοντας μακριά χαίτη στο πίσω, να πέφτει στους ώμους). Αυτά είναι τα χτενίσματα που κυριαρχούν και στην φωτογραφία όπως μπορείτε να δείτε. Tragic...

Στοιχείο 4. Τα ρούχα. Σατέν. Πολύ σατέν. Ανοιχτά πουκάμισα στους άντρες. Κατά προτίμηση με καδένα στο στήθος. Του αδελφού μου είναι Facadoro. Και για τις γυναίκες ντύσιμο απλό, λαϊκό, αλλά καθόλου πρόστυχο. Υλικά φτηνά, συχνά κιτς, αλλά όχι "φτηνιάρικα". Μπούτια και στήθη ντυμένα, πρόσωπα μακιγιαρισμένα μεν, χωρίς να μυρίζουν "μαγαζίλα" δε. Η αισθητική των '80s σίγουρα δεν θα έκανε περήφανη την Coco Chanel, ωστόσο η χυδαιότητα και η δευτεράντζα δεν έχουν ακόμη σκεπάσει τα πάντα...

Στοιχείο 5. Τα βλέμματα. Όταν κοιτάζω παλιές φωτογραφίες, εστιάζω πάντα στα βλέμματα. Θεωρώ πως αποτυπώνουν όχι μόνο την ηλικία και την διάθεση των ανθρώπων την στιγμή που φωτογραφίζονται, αλλά και την εποχή γενικότερα. Σε αυτήν λοιπόν, μέσα της δεκαετίας του 80, βλέπω βλέμματα πιο καθαρά. Πιο αθώα. Πιο ανέμελα. Ανυποψίαστα για αυτό που θα έφερνε η επόμενη δεκαετία στην Ελλάδα, βάζοντας τα θεμέλια για την καταστροφή που ζούμε σήμερα.

Και μία παρατήρηση, επί προσωπικού: στα δικά μου μούτρα, βλέπω ξινίλα. Αλλά αυτό δεν έχει να κάνει ούτε με την εποχή, ούτε με την ηλικία, ούτε με τον Λε Πα. Την ίδια ξινίλα έχω και σήμερα. Όταν με αναγκάζουν να στηθώ για φωτογραφία, ενώ δεν θέλω...
 
29 Απρ. 2020

Το 1988, οι Πανελλαδικές εξετάσεις έγιναν στα μέσα Ιουλίου! Μια παρατεταμένη απεργία των καθηγητών διάρκειας σχεδόν 40 ημερών την περίοδο που ήταν να γίνουν οι εξετάσεις μας, είχε τινάξει στον αέρα κάθε προγραμματισμό και φυσικά τα νεύρα μας!

Όποιος έχει περάσει από το μαρτύριο των Πανελλαδικών, καταλαβαίνει ότι δύο μήνες απανωτών αναβολών και αβεβαιότητας, είναι ότι χειρότερο μπορείς να κάνεις στους έρημους μαθητές και τις οικογένειές τους. Δεν θυμάμαι ποια ήταν τα αιτήματα των καθηγητών, όμως έχει καταγραφεί στην μνήμη μου πως είχαν δίκιο. Και η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, είχε άδικο. Ζητώ συγγνώμη αν κάνω λάθος, αν και ελάχιστη σημασία έχει τώρα πια.

Μέσα Ιουλίου λοιπόν, με την αγωνία να έχει χτυπήσει κόκκινο, κληθήκαμε να δώσουμε τις πιο σημαντικές εξετάσεις της μαθητικής μας ζωής. Και σαν να μην έφτανε η καθυστέρση, μας ήρθε κι ένα ξεγυρισμένος καύσωνας διαρκείας, με 43άρια και 45άρια, να μας αποτελειώσει. Air condition στα σπίτια μας δεν είχαμε, τουλάχιστον στον Πειραιά που μεγάλωσα και ζούσα εγώ. Αγκαλιά με τους ανεμιστήρες την βγάζαμε όλη νύχτα και το πρωί, σαν κοτόπουλα από την ζέστη μπαίναμε στις πυρωμένες τάξεις για να γράψουμε.

Ε λοιπόν, 32 χρόνια μετά, μπορώ με σιγουριά να πω ότι δεν πάθαμε και τίποτα! Όλα στο μυαλό μας είναι τελικά. Ακόμη και ο καύσωνας! Κουράγιο αδέλφια... Θα περάσει...

Υ.Γ. η φωτο είναι από τα καθιερωμένα μπουγέλα μετά το τέλος του γολγοθά, στο προαύλιο του 1ου Λυκείου Πειραιά.

 

 

27 Μαρ. 2020

 

  Ο μπαμπάς μου, Γιώργος Παναγοηλιόπουλος, που σήμερα γιορτάζει, στα νιάτα του ήταν τσαγκάρης. Γεννημένος την Κατοχή, στη Γούβα στο Παγκράτι, παιδί πολύτεκνης οικογένειας, πρόλαβε να πάει σχολείο μόνο στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Το κυνήγι του μεροκάματου ήταν μονόδρομος και η τέχνη του πατέρα του και παππού μου, θα εξασφάλιζε άλλο ένα πιάτο στο φτωχικό τραπέζι. Ο μικρός Γιώργος αποδείχτηκε μεγάλο ταλέντο, αγάπησε τη δουλειά του και μεγαλώνοντας δεν περιορίστηκε στο να επισκευάζει παπούτσια αλλά άρχισε να κατασκευάζει χειροποίητα έργα τέχνης για τα γυναικεία άκρα.

 Στα μέσα της δεκαετίας του ΄70, με σκληρή προσωπική εργασία, κατάφερε να ανοίξει την δική του μικρή βιοτεχνία υποδημάτων και να γίνει συνέταιρος σε δύο καταστήματα. Ένα στην Θησέως στην Καλλιθέα κι ένα στην Πλάκα, δίπλα από την μπουάτ Διαγώνιος την εποχή που εμφανιζόταν εκεί ο Γιώργος Νταλάρας. 

 Την δεκαετία του '80, οι Έλληνες βιοτέχνες του χώρου της ένδυσης και της υπόδυσης είχαν ακόμη δικαίωμα να ονειρεύονται και να παράγουν Ελληνικά προϊόντα υψηλής ποιότητας. Ανάμεσά τους και ο μπαμπάς μου, που για να καταφέρει να προσφέρει το καλύτερο στις γυναίκες πελάτισσες, ταξίδευε δύο φορές τον χρόνο στην Ιταλία, προκειμένου να παρακολουθεί από κοντά τις τάσεις της μόδας σε εκθέσεις και μαγαζιά. Αρχές του 1983, σε ένα τέτοιο ταξίδι στη Ρώμη, τραβήχτηκε και η φωτογραφία που βλέπετε. Δίπλα του, φιγουράρει η διάσημη σταρ Ούρσουλα Άντρες!

 Το Bar Antonio ήταν την εποχή εκείνη ένα από τα πιο δημοφιλή στέκια των διασήμων και ο μπαμπάς μου, μαζί με άλλους Έλληνες βιοτέχνες που είχαν βρεθεί στην ιταλική πρωτεύουσα για μία έκθεση παπουτσιών, αποφάσισαν να περάσουν εκεί το βράδυ τους ελπίζοντας να δουν από κοντά κάποιον κινηματογραφικό αστέρα.

 Η τύχη τους χαμογέλασε, καθώς η Ούρσουλα Άντρες, βρισκόταν στο bar μαζί με πέντε ξένους δημοσιογράφους, έναν φωτογράφο και τρεις παρατρεχάμενους που δεν άφηναν ούτε μύγα να πλησιάσει στο τραπέζι της.
 "Πάμε στοίχημα ότι σε 5 λεπτά θα κάτσω δίπλα της και θα φωτογραφηθώ μαζί της;" προκάλεσε την παρέα του ο μπαμπάς μου για να εισπράξει τα εύλογα πειράγματά τους.
 Πέντε λεπτά αργότερα, ο Έλληνας τσαγκάρης που δεν μιλούσε καμία ξένη γλώσσα, πέρα από τα Ελληνικά του δημοτικού σχολείου και ελάχιστα γερμανικά από την εποχή που είχε πάει να δουλέψει σε φάμπρικα της Γερμανίας, βρισκόταν στο πλευρό της έκπληκτης σταρ και φωτογραφιζόταν μαζί της.
 Πώς; Κάποιοι το αποκαλούν θράσος. Άλλοι τόλμη. Άλλοι τσαγανό. Άλλοι αυτοπεποίθηση. Για τον μπαμπά μου ήταν απλώς αυτό που χρειαζόταν για να επιτευχθεί "ο στόχος": να βγει η πολυπόθητη φωτογραφία.
 Αυτό ήταν και το μάθημα ζωής που πήραμε τότε εγώ και ο αδελφός μου, βλέποντάς την. Όταν θέλεις κάτι, μικρό ή μεγάλο, υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να μάθεις αν μπορείς να το καταφέρεις: προσπάθησέ το
 Μεγαλώνοντας, από την θέση της μητέρας πια, κατάλαβα πως τελικά όσα όμορφα λόγια κι αν πεις στο παιδί σου, όσο κι αν το καθοδηγήσεις στη θεωρία, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις πράξεις σου. Με τη στάση ζωής σου... Αυτή είναι το μεγαλύτερο σχολείο.

 
 
11 Φεβ. 2020

Την πρώτη φορά που ανανέωσα το διαβατήριο μου με βάση τις αυστηρές προδιαγραφές που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα στα μέσα του 2000, έγινα έξαλλη με την φωτογραφία που υποχρεώθηκα να χρησιμοποιήσω. "Εντελώς άβαφτη, με τα μαλλιά να μην πέφτουν στο πρόσωπο, ακίνητη, αγέλαστη... αλλιώς το σύστημα θα τις απορρίψει", μου εξήγησε ο φωτογράφος βγάζοντας μου μία από τις χειρότερες φωτογραφίες της ζωής μου (νόμιζα...).

Τότε, το είχα θεωρήσει υπερβολή και το είχα αποδώσει στην "αμερικανική υστερία" που είχε επικρατήσει μετά την πτώση των Δίδυμων Πύργων. Όλα αυτά μέχρι που μία ανασκαφή του μπαμπά μου στα μπαουλάκια του με τα ενθύμια του χθες, έφερε στο φως ένα διαβατήριο που είχα βγάλει την δεκαετία του ΄80.

Ιούνιος 1985, περνάω αυτήν την υπέροχη φάση της εφηβείας που δεν θέλω καθόλου να μοιάζω με χαριτωμένο καστανόξανθο κοριτσάκι με γρκίζα ματάκια και κάνω ό,τι μπορώ για να μεταμορφωθώ σε αγριάνθρωπο απροσδιορίστου φύλου. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπετε στην ασπρόμαυρη φωτογραφία του διαβατηρίου μου. Ουσίες δεν έχω δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου (για να ακριβολογώ δεν έχω δοκιμάσει ούτε κανονικό τσιγάρο) όμως αυτή η εικόνα θα ήταν αρκετή για να κινητοποιήσει άνετα τις τελειωνακές αρχές όλου του πλανήτη που -θεωρώντας με ως ύποπτη για χρήση, κατοχή και διακίνηση απαγορευμένων ουσιών- θα μπορούσαν άνετα να με συλλάβουν!

Ευτυχώς για μένα, τα μέτρα ασφαλείας των αεροδρομιών όλου του κόσμου μάλλον παραήταν χαλαρά την δεκαετία του ΄80 κι έτσι όχι μόνο δεν κίνησε υποψίες η φάτσα μου αλλά δεν βρέθηκε ούτε ένας αστυνομικός να παρατηρήσει ότι τα "ΚΑΣΤΑΝΑ" μάτια που αναγράφονται φαρδιά πλατιά ότι διαθέτει η κάτοχος του διαβατηρίου, δεν ταιριάζουν επ' ουδενί με τα γκριζοπράσινα δικά μου! Και επειδή βλέπω ότι το χρώμα ματιών είναι συμπληρωμένο με σφραγιδούλα, κάτι μου λέει ότι οι Ελληνικές Υπηρεσίες Έκδοσης Διαβατηρίων των '80s είχαν μόνο δύο επιλογές: Μαύρα ή Καστανά. Πράσινα και Γαλάζια, στο πυρ το εξώτερον... Με λεπτομέρειες θα ασχολούμαστε τώρα;

Ξεφυλλίζοντας σήμερα εκείνο το χειρόγραφο διαβατήριο, με την άθλια φωτογραφία και τα λανθασμένα στοιχεία (ακόμη και η υπογραφή δεν είναι δική μου...), το μόνο που μπορώ να αισθανθώ είναι ανακούφιση γιατί η Ελλάδα υποχρεώθηκε να υιοθετήσει τις αυστηρές προαδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο θέμα αυτό. Το εάν και κατά πόσο μπορούν να παραβιαστούν από τους κακοποιούς και τους τρομοκράτες, είναι άλλο θέμα.  

 

 

24 Δεκ. 2019

Πειραιάς. Άγιος Βασίλης. Τέλη της δεκαετίας του ΄70, αρχές του ΄80. Εγώ, "η μεγάλη", ο Νίκος, ο μικρότερος αδελφός μου και το Μαράκι, η Μαρία Λεκάκου, γειτόνισσα και φίλη. Παίρναμε τα τριγωνάκια μας, φορούσαμε τα καλά μας και ξεκινούσαμε αξημέρωτα! "Για να προλάβουμε να τα πούμε πρώτοι εμείς, πριν πάνε τα άλλα παιδάκια".

Χτυπούσαμε επίμονα τα κουδούνια, αρχικά των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας κι ύστερα των διπλανών πολυκατοικιών, των απέναντι, των παρακάτω. Αφού εξαντλούσαμε το δικό μας οικοδομικό τετράγωνο, σειρά είχε η ανηφόρα της Φραγκιαδών, αυτή που οδηγεί στην Καλλίπολη.

"Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας. Χριστού τη Θείαν Γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας", ξανά και ξανά, μέχρι που φτάναμε "στα σύνορα". Η οδός Σκουλούδη ήταν το όριο μας. Δεν συνεχίζαμε ποτέ προς την Πλατεία Σερφιώτου. Την νιώθαμε "άλλη γειτονιά" που ανήκε δικαιωματικά στα "άλλα παιδιά". Γι αυτό κάναμε στροφή αριστερά και κατηφορίζαμε σιγά σιγά την οδό Ζαννή μέχρι τη γωνία με την οδο Σαχτούρη.

Άνθρωποι αγουροξυπνημένοι, άλλοι χαμογελαστοί, άλλοι μουρτζούφληδες, σχεδόν όλοι μας άνοιγαν τις πόρτες τους, άκουγαν τα (παράφωνα) κάλαντα μας, μας ανταμείβανε με πολλές ευχές, σπιτικά γλυκά και γερά χαρτζιλίκια, έτοιμα από βραδύς "για τα παιδιά που θα μας τα πούνε αύριο".

Ο ανταγωνισμός μεγάλος, πολλά γειτονόπουλα κουβαλούσαν μαζί τους μουσικά όργανα και έδιναν μικρές μουσικές παραστάσεις, όμως εμάς δεν μας ένοιαζε γιατί είχαμε μαζί μας το "υπερόπλο" που λεγόταν Νίκος. Μονίμως χαμογελαστός ο αδελφός μου, "διάσημος" στην ευρύτερη περιοχή του Άγιου Βασίλη, γνωστός ως "ο Νικολάκης", ήταν αδύνατο να του αρνηθείς όταν χαμογελούσε χωρίς δόντια και σου έλεγε "να τα πούμε;". Μονο την πρώτη στροφή από τα κάλαντα ήξερε ο Νικολάκης, ποτέ δεν μπήκε τον κόπο να μάθει και τα υπόλοιπα, αλλά τι σημασία είχε; Τον αγαπούσαν όλοι! Αυτο μετρούσε...

Ήταν ΓΙΟΡΤΗ η παραμονή των Χριστουγέννων στις γειτονιές του Πειραιά εκείνα τα χρόνια. 1977, 1978, 1979, 1980, 1981...Η εγκληματικότητα δεν αποτελούσε ακόμη πρόβλημα, τα παιδιά μπορούσαμε να κυκλοφορούμε άφοβα στους δρόμους, οι Πειραιώτες μας καλοδέχονταν, ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού απέφευγαν να μας ανοίξουν τις πόρτες τους. Για όλους ήταν καλοτυχία και χαρά να γεμίζουν οι πολυκατοικίες παιδικές φωνές και ήχους από τριγωνάκια. Κανείς δεν μετρούσε τις 20 ή και τις 50 δραχμές που απλόχερα μας πρόσφεραν. Όχι γιατί τους περρίσευαν, δεν ήταν πλούσιοι σε χρήματα, είχαν όμως τεράστια αποθέματα καλής διάθεσης και ψυχικής γενναιοδωρίας... Και το κυριότερο: είχαν ελπίδα!

Περασμένες 12 το μεσημέρι πια, όταν έφτανε η ώρα του ταμείου, που πάντα μα πάντα κρατούσα εγώ "η μεγάλη", χωρίζαμε στα τρία τα μπαξίσια και τρέχαμε να τα ξοδέψουμε χωρίς καθυστέρηση. Ο αδελφός μου για να αγοράσει άλλη μία μπάλα ποδοσφαίρου. Το Μαράκι μια ακόμη Μπάρμπι. Κι εγώ, στο βιβλιοπωλείο του Μπακογιάννη για άλλο ένα βιβλίο...

Είναι ευλογία, προίκα, δώρο ανεκτίμητο τα όμορφα παιδικά χρόνια... Κι ας το καταλαβαίνεις αργά, όταν πια είσαι "μεγάλος"... Το συνειδητοποίησα σήμερα, για πολλοστή φορά, βλέποντας στους δρόμους του Φαλήρου 25άρηδες να λένε τα κάλαντα για να βγάλουν χαρτζιλίκι... Και μικρά παιδάκια να συνοδεύονται απαραιτήτως από τους γονείς τους υπό τον φόβο των ληστών που παραμονεύουν πια σε κάθε γειτονιά... Δεν ήταν όλα καλύτερα παλιότερα. Όσα όμως ήταν, ήταν ΠΟΛΥ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!

Καλά Χριστούγεννα σε όλους. Με υγεία, αισιοδοξία και λιακάδα στις ψυχές μας... Όπως παλιά...