Δεκαετία 80

11 Φεβ. 2020

Την πρώτη φορά που ανανέωσα το διαβατήριο μου με βάση τις αυστηρές προδιαγραφές που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα στα μέσα του 2000, έγινα έξαλλη με την φωτογραφία που υποχρεώθηκα να χρησιμοποιήσω. "Εντελώς άβαφτη, με τα μαλλιά να μην πέφτουν στο πρόσωπο, ακίνητη, αγέλαστη... αλλιώς το σύστημα θα τις απορρίψει", μου εξήγησε ο φωτογράφος βγάζοντας μου μία από τις χειρότερες φωτογραφίες της ζωής μου (νόμιζα...).

Τότε, το είχα θεωρήσει υπερβολή και το είχα αποδώσει στην "αμερικανική υστερία" που είχε επικρατήσει μετά την πτώση των Δίδυμων Πύργων. Όλα αυτά μέχρι που μία ανασκαφή του μπαμπά μου στα μπαουλάκια του με τα ενθύμια του χθες, έφερε στο φως ένα διαβατήριο που είχα βγάλει την δεκαετία του ΄80.

Ιούνιος 1985, περνάω αυτήν την υπέροχη φάση της εφηβείας που δεν θέλω καθόλου να μοιάζω με χαριτωμένο καστανόξανθο κοριτσάκι με γρκίζα ματάκια και κάνω ό,τι μπορώ για να μεταμορφωθώ σε αγριάνθρωπο απροσδιορίστου φύλου. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπετε στην ασπρόμαυρη φωτογραφία του διαβατηρίου μου. Ουσίες δεν έχω δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου (για να ακριβολογώ δεν έχω δοκιμάσει ούτε κανονικό τσιγάρο) όμως αυτή η εικόνα θα ήταν αρκετή για να κινητοποιήσει άνετα τις τελειωνακές αρχές όλου του πλανήτη που -θεωρώντας με ως ύποπτη για χρήση, κατοχή και διακίνηση απαγορευμένων ουσιών- θα μπορούσαν άνετα να με συλλάβουν!

Ευτυχώς για μένα, τα μέτρα ασφαλείας των αεροδρομιών όλου του κόσμου μάλλον παραήταν χαλαρά την δεκαετία του ΄80 κι έτσι όχι μόνο δεν κίνησε υποψίες η φάτσα μου αλλά δεν βρέθηκε ούτε ένας αστυνομικός να παρατηρήσει ότι τα "ΚΑΣΤΑΝΑ" μάτια που αναγράφονται φαρδιά πλατιά ότι διαθέτει η κάτοχος του διαβατηρίου, δεν ταιριάζουν επ' ουδενί με τα γκριζοπράσινα δικά μου! Και επειδή βλέπω ότι το χρώμα ματιών είναι συμπληρωμένο με σφραγιδούλα, κάτι μου λέει ότι οι Ελληνικές Υπηρεσίες Έκδοσης Διαβατηρίων των '80s είχαν μόνο δύο επιλογές: Μαύρα ή Καστανά. Πράσινα και Γαλάζια, στο πυρ το εξώτερον... Με λεπτομέρειες θα ασχολούμαστε τώρα;

Ξεφυλλίζοντας σήμερα εκείνο το χειρόγραφο διαβατήριο, με την άθλια φωτογραφία και τα λανθασμένα στοιχεία (ακόμη και η υπογραφή δεν είναι δική μου...), το μόνο που μπορώ να αισθανθώ είναι ανακούφιση γιατί η Ελλάδα υποχρεώθηκε να υιοθετήσει τις αυστηρές προαδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο θέμα αυτό. Το εάν και κατά πόσο μπορούν να παραβιαστούν από τους κακοποιούς και τους τρομοκράτες, είναι άλλο θέμα.  

 

 

4 Φεβ. 2020

 

Ήταν Φθινόπωρο του 1986. Στους πρώτους μήνες της Δευτέρας Λυκείου. Το σχολείο μου, το 1ο Λύκειο Πειραιά, συστεγαζόταν με το 6ο κι έτσι κάποιες μέρες της εβδομάδας κάναμε αναγκαστικά απογευματινά μαθήματα εναλλάξ με τους "συγκατοίκους".

Εκείνη την εβδομάδα, η απογευματινή βάρδια έπεσε Πέμπτη και Παρασκευή. Όμως αυτή η Παρασκευή, δεν ήταν σαν τις άλλες. Ο κινηματογράφος ΖΕΑ, που βρισκόταν λίγους δρόμους πίσω από το σχολείο μας, είχε φέρει (επιτέλους!) την ταινία Top Gun που "έσπαγε ταμεία" στην Αμερική! Η πρώτη προβολή της ξεκινούσε στις 17.00. Την ίδια ώρα με το μάθημα των Θρησκευτικών μας.

Ο πρωταγωνιστής του Top Gun, ένας 24χρονος άσημος τότε ηθοποιός, ήταν ήδη γνωστός στην Ελλάδα από τα πρωτοσέλιδα της ΜΑΝΙΝΑΣ και της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ. Και για χιλιάδες έφηβες Ελληνίδες ήταν αναμφίβολα ο άντρας των ονείρων τους.

Στα 16 μας εμείς. Γεμάτες βιασύνη να αφήσουμε για πάντα πίσω μας το "κορίτσι" και να συναντήσουμε τη "γυναίκα". Δεν συνειδητοποιούσαμε ότι μαζί της θα περνούσαμε την υπόλοιπη ζωή μας. Ίσως αν το ξέραμε να μην είμαστε τόσο ανυπόμονες. Μα η ρημάδα η γνώση έρχεται πάντα κατόπιν εορτής...

Και το όνομα αυτού: Τομ Κρουζ. Με το γυαλί Ray Ban καβάλα στη μηχανή του, φορώντας το δερμάτινο τζάκετ του πιλότου. 
 
Δεν ήταν ποτέ ο τύπος μου. Είχα ήδη " δώσει" την καρδιά μου σε έναν άλλον ιπτάμενο. Τον απόλυτο τζέντλεμαν Ρίτσαρντ Γκιρ. Αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να λατρέψω την ταινία. Και να ακολουθήσω τις συμμαθήτριες μου στην απογευματινή κοπάνα της Παρασκευής για να προλάβουμε να δούμε την πρώτη προβολή. 
 
Ήταν βλέπετε και η κολλητή μου, η Μαριάνθη, που δοκίμαζε από μέρες την υπογραφή της στα τετράδια ωςΜαριάνθη Κρουζ... Δεν υπήρχε περίπτωση να της το στερήσουμε.

Κάναμε κοπάνα 4 θρανία στη σειρά. Το ένα πίσω από το άλλο. Όχι πολύ έξυπνο σαν ιδέα, όμως ποιος νοιαζότανε; Φτάσαμε τρέχοντας στον κινηματογράφο, φορτωθήκαμε pop corn, πατατάκια, αναψυκτικά και καφέδες, στοιβάξαμε  τις σχολικές τσάντες σε μια πολυθρόνα και μόλις έσβησαν τα φώτα... απογειωθήκαμε. 
 
Αν υπήρχαν τότε τα κινητά τηλέφωνα, ίσως να είχαμε σήμερα μια ομαδική selfie που θα είχε "φυλακίσει" εκείνη τη στιγμή. Για εμένα, απαθανατίστηκε από την πιο προηγμένη φωτογραφική μηχανή του κόσμου: την μνήμη.Έχουν περάσει 31 χρόνια από εκείνη την κοπάνα. Υπάρχουν σχολικές αναμνήσεις που έχουν σβηστεί εντελώς από το μυαλό μου. Μα κάθε φορά που τυχαίνει να ακούσω το Take my breath away, το σάουντρακ του Top Gun, μεταφέρομαι μαγικά στον κινηματογράφο ΖΕΑ.
 
Δίπλα μου κάθεται η Νεκταρία. "Μαλ@&%α είναι η ταινία αλλά έχει ωραία πατατάκια εδώ" μου ψιθυρίζει.
"Σσσσ! Κοίτα το μανάρι μου" τη μαλώνει η Μαριάνθη (Κρουζ). 
 
"Άσε μας ρε Μαριάνθη με τον κοντοστούπη. Ούτε το πετάλι της μηχανής δεν φτάνει", τον απορρίπτει η Δήμητρα. 
 
"Ο Σταλόνε είναι πιο αρρενωπός" μουρμουράει η Γιώτα. 
 
"Κοίτα τι ωραία χείλια έχει ο ξανθός", μας παροτρύνει η έτερη Μαρία της παρέας.
 
"Πω, πω! Τι φοβερό μαλλί έχει η τύπισσα! Λέτε να είναι περμανάντ;", θέτει τον προβληματισμό για το καρέ της πρωταγωνίστριας η Λίζα.
 
"Σταματήστε μωρέ. Έχω συγκινηθεί" σκουπίζει ένα δάκρυ η Λιάνα.
 
Αυτό ακριβώς το τραγούδι- θρύλος, που κέρδισε το Oscar Πρωτότυπου Τραγουδιού το 1986, είναι "υπεύθυνο" και γι αυτό το κείμενο. Το άκουσα χθες αργά τη νύχτα. Από ένα περαστικό αυτοκίνητο. Και ο χρόνος γύρισε πίσω. 34 χρόνια. Σαν χθες...

Υ.Γ. Είναι όντως κοντός μωρέ Μαριάνθη μου...Αλλά σε καταλαβαίνω. Και τον Ρίτσαρντ δεν τον λες δίμετρο...
 
22 Ιαν. 2020

Η είδηση ότι το sequel της ταινίας Top Gun θα βγει στους κινηματογράφους το καλοκαίρι του 2020, με πρωταγωνιστή και πάλι τον Τομ Κρουζ, 33 χρόνια μετά (!), συνοδεύτηκε από την δημοσίευση αυτής της φωτογραφίας. Και από ένα αίσθημα μουδιάσματος στην ψυχή και το σώμα μου...

Ετών 55 πλέον ο Τομ, κάπου στα 50 όλοι εμείς, τα κορίτσια και τα αγόρια που γεμίζαμε ασφυκτικά τα σινεμά στα μέσα της δεκαετίας του '80 για να παρακολουθήσουμε με μάτια ολάνοιχτα τις εναέριες κόντρες του Maverick και του Iceman... Κανένας και τίποτα δεν είναι ίδιο. Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να ξαναγίνει όπως τότε. Δυστυχώς, για κάποιους. Ευτυχώς, για άλλους τόσους...

Άναρωτιέμαι.... Μπορεί άραγε το Top Gun να γίνει η εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα; Ποιός ο λόγος να υπάρξει "νούμερο 2", σε κάτι που κατέχει στις καρδιές μας την πρώτη θέση για περισσότερες από τρεις δεκαετίες; Ποιός ο λόγος να υπάρξει συνέχεια σε κάτι που έχει τελειώσει;

Μόνο η ίδια η ταινία είναι ικανή να απαντήσει στις επιφυλάξεις μου, αν και δεν είμαι σίγουρη ότι θα την παρακολουθήσω σε έναν χρόνο από σήμερα, υγεία να 'χουμε... Όσοι διαβάζετε το thisismarias, γνωρίζετε ίσως ότι το συγκεκριμένο κινηματογραφικό έργο, έχει αφήσει μέσα μου ανεξίτηλα σημάδια...

Ήταν Φθινόπωρο του 1986. Στους πρώτους μήνες της Δευτέρας Λυκείου. Το σχολείο μου, το 1ο Λύκειο Πειραιά, συστεγαζόταν με το 6ο κι έτσι κάποιες μέρες της εβδομάδας κάναμε αναγκαστικά απογευματινά μαθήματα εναλλάξ με τους "συγκατοίκους".

Εκείνη την εβδομάδα, η απογευματινή βάρδια έπεσε Πέμπτη και Παρασκευή. Όμως αυτή η Παρασκευή, δεν ήταν σαν τις άλλες. Ο κινηματογράφος ΖΕΑ, που βρισκόταν λίγους δρόμους πίσω από το σχολείο μας, είχε φέρει (επιτέλους!) την ταινία Top Gun που "έσπαγε ταμεία" στην Αμερική! Η πρώτη προβολή της ξεκινούσε στις 17.00. Την ίδια ώρα με το μάθημα των Θρησκευτικών μας.

Ο πρωταγωνιστής της, ένας 24χρονος άσημος τότε ηθοποιός, ήταν ήδη γνωστός στην Ελλάδα από τα πρωτοσέλιδα της ΜΑΝΙΝΑΣ και της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ. Και για χιλιάδες έφηβες Ελληνίδες ήταν αναμφίβολα ο άντρας των ονείρων τους. Και το όνομα αυτού: Τομ Κρουζ. Με το γυαλί Ray Ban καβάλα στη μηχανή του, φορώντας το δερμάτινο τζάκετ του πιλότου. 

Δεν ήταν ποτέ ο τύπος μου. Είχα ήδη " δώσει" την καρδιά μου σε έναν άλλον ιπτάμενο. Τον απόλυτο τζέντλεμαν Ρίτσαρντ Γκιρ. Αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να λατρέψω το Top Gun. Και (φυσικά) να ακολουθήσω τις συμμαθήτριες μου στην απογευματινή κοπάνα της Παρασκευής για να προλάβουμε να δούμε την πρώτη προβολή. 
 
Ήταν βλέπετε και η κολλητή μου, η Μαριάνθη, που δοκίμαζε από μέρες την υπογραφή της στα τετράδια ως Μαριάνθη Κρουζ... Δεν υπήρχε περίπτωση να της το στερήσουμε.
 
Στα 16 μας τότε. Γεμάτες βιασύνη να αφήσουμε για πάντα πίσω μας το "κορίτσι" και να συναντήσουμε τη "γυναίκα". Δεν συνειδητοποιούσαμε ότι μαζί της θα περνούσαμε την υπόλοιπη ζωή μας. Ίσως αν το ξέραμε να μην είμαστε τόσο ανυπόμονες. Μα η ρημάδα η γνώση έρχεται πάντα κατόπιν εορτής...

Κάναμε κοπάνα 4 θρανία στη σειρά. Το ένα πίσω από το άλλο. Όχι πολύ έξυπνο σαν ιδέα, όμως ποιος νοιαζότανε; Φτάσαμε τρέχοντας στον κινηματογράφο, φορτωθήκαμε pop corn, πατατάκια, αναψυκτικά και καφέδες, στοιβάξαμε  τις σχολικές τσάντες σε μια πολυθρόνα και μόλις έσβησαν τα φώτα... απογειωθήκαμε. 
 
Δίπλα μου κάθεται η Νεκταρία. "Μαλ@&%α είναι η ταινία αλλά έχει ωραία πατατάκια εδώ" μου ψιθυρίζει.

"Σσσσ! Κοίτα το μανάρι μου" τη μαλώνει η Μαριάνθη (Κρουζ).

"Άσε μας ρε Μαριάνθη με τον κοντοστούπη. Ούτε το πετάλι της μηχανής δεν φτάνει", τον απορρίπτει η Δήμητρα. 
"Ο Σταλόνε είναι πιο αρρενωπός" μουρμουράει η Γιώτα.  
"Κοίτα τι ωραία χείλια έχει ο ξανθός", μας παροτρύνει η έτερη Μαρία της παρέας.
 
"Πω, πω! Τι φοβερό μαλλί έχει η τύπισσα! Λέτε να είναι περμανάντ;", θέτει τον προβληματισμό για το καρέ της πρωταγωνίστριας η Λίζα.
 
"Σταματήστε μωρέ. Έχω συγκινηθεί" σκουπίζει ένα δάκρυ η Λιάνα.
 
Το Take my breath away, το σάουντρακ του Top Gun, που κέρδισε το Oscar Πρωτότυπου Τραγουδιού το 1986, χαϊδεύει τα αυτιά μας, τρυπώνει στις ψυχές μας και καταλαμβάνει την θέση που του αξίζει... για πάντα!
 
Όχι, δεν ξέρω αν θέλω και αν μπορώ να παρακολουθήσω το Top Gun 2. Κάποια πράγματα δεν έχουν δεύτερη φορά...
 
Υ.Γ. Όπως έγινε γνωστό, στο sequel της ταινίας ο Τομ Κρουζ θα παίζει τον ρόλο του εκπαιδευτή, αλλά ο έρωτάς με την αυστηρή καθηγήτρια του, δεν θα υπάρχει στο σενάριο. Λογικό... Αποτελεί κι αυτός παρελθόν, όπως οι περισσότεροι έρωτες της εποχής εκείνης... Και μαζί τους όνειρα, σχέδια, αυταπάτες... Αχ μωρέ, Τομ. Μεγαλώσαμε... 
 
24 Δεκ. 2019

Πειραιάς. Άγιος Βασίλης. Τέλη της δεκαετίας του ΄70, αρχές του ΄80. Εγώ, "η μεγάλη", ο Νίκος, ο μικρότερος αδελφός μου και το Μαράκι, η Μαρία Λεκάκου, γειτόνισσα και φίλη. Παίρναμε τα τριγωνάκια μας, φορούσαμε τα καλά μας και ξεκινούσαμε αξημέρωτα! "Για να προλάβουμε να τα πούμε πρώτοι εμείς, πριν πάνε τα άλλα παιδάκια".

Χτυπούσαμε επίμονα τα κουδούνια, αρχικά των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας κι ύστερα των διπλανών πολυκατοικιών, των απέναντι, των παρακάτω. Αφού εξαντλούσαμε το δικό μας οικοδομικό τετράγωνο, σειρά είχε η ανηφόρα της Φραγκιαδών, αυτή που οδηγεί στην Καλλίπολη.

"Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας. Χριστού τη Θείαν Γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας", ξανά και ξανά, μέχρι που φτάναμε "στα σύνορα". Η οδός Σκουλούδη ήταν το όριο μας. Δεν συνεχίζαμε ποτέ προς την Πλατεία Σερφιώτου. Την νιώθαμε "άλλη γειτονιά" που ανήκε δικαιωματικά στα "άλλα παιδιά". Γι αυτό κάναμε στροφή αριστερά και κατηφορίζαμε σιγά σιγά την οδό Ζαννή μέχρι τη γωνία με την οδο Σαχτούρη.

Άνθρωποι αγουροξυπνημένοι, άλλοι χαμογελαστοί, άλλοι μουρτζούφληδες, σχεδόν όλοι μας άνοιγαν τις πόρτες τους, άκουγαν τα (παράφωνα) κάλαντα μας, μας ανταμείβανε με πολλές ευχές, σπιτικά γλυκά και γερά χαρτζιλίκια, έτοιμα από βραδύς "για τα παιδιά που θα μας τα πούνε αύριο".

Ο ανταγωνισμός μεγάλος, πολλά γειτονόπουλα κουβαλούσαν μαζί τους μουσικά όργανα και έδιναν μικρές μουσικές παραστάσεις, όμως εμάς δεν μας ένοιαζε γιατί είχαμε μαζί μας το "υπερόπλο" που λεγόταν Νίκος. Μονίμως χαμογελαστός ο αδελφός μου, "διάσημος" στην ευρύτερη περιοχή του Άγιου Βασίλη, γνωστός ως "ο Νικολάκης", ήταν αδύνατο να του αρνηθείς όταν χαμογελούσε χωρίς δόντια και σου έλεγε "να τα πούμε;". Μονο την πρώτη στροφή από τα κάλαντα ήξερε ο Νικολάκης, ποτέ δεν μπήκε τον κόπο να μάθει και τα υπόλοιπα, αλλά τι σημασία είχε; Τον αγαπούσαν όλοι! Αυτο μετρούσε...

Ήταν ΓΙΟΡΤΗ η παραμονή των Χριστουγέννων στις γειτονιές του Πειραιά εκείνα τα χρόνια. 1977, 1978, 1979, 1980, 1981...Η εγκληματικότητα δεν αποτελούσε ακόμη πρόβλημα, τα παιδιά μπορούσαμε να κυκλοφορούμε άφοβα στους δρόμους, οι Πειραιώτες μας καλοδέχονταν, ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού απέφευγαν να μας ανοίξουν τις πόρτες τους. Για όλους ήταν καλοτυχία και χαρά να γεμίζουν οι πολυκατοικίες παιδικές φωνές και ήχους από τριγωνάκια. Κανείς δεν μετρούσε τις 20 ή και τις 50 δραχμές που απλόχερα μας πρόσφεραν. Όχι γιατί τους περρίσευαν, δεν ήταν πλούσιοι σε χρήματα, είχαν όμως τεράστια αποθέματα καλής διάθεσης και ψυχικής γενναιοδωρίας... Και το κυριότερο: είχαν ελπίδα!

Περασμένες 12 το μεσημέρι πια, όταν έφτανε η ώρα του ταμείου, που πάντα μα πάντα κρατούσα εγώ "η μεγάλη", χωρίζαμε στα τρία τα μπαξίσια και τρέχαμε να τα ξοδέψουμε χωρίς καθυστέρηση. Ο αδελφός μου για να αγοράσει άλλη μία μπάλα ποδοσφαίρου. Το Μαράκι μια ακόμη Μπάρμπι. Κι εγώ, στο βιβλιοπωλείο του Μπακογιάννη για άλλο ένα βιβλίο...

Είναι ευλογία, προίκα, δώρο ανεκτίμητο τα όμορφα παιδικά χρόνια... Κι ας το καταλαβαίνεις αργά, όταν πια είσαι "μεγάλος"... Το συνειδητοποίησα σήμερα, για πολλοστή φορά, βλέποντας στους δρόμους του Φαλήρου 25άρηδες να λένε τα κάλαντα για να βγάλουν χαρτζιλίκι... Και μικρά παιδάκια να συνοδεύονται απαραιτήτως από τους γονείς τους υπό τον φόβο των ληστών που παραμονεύουν πια σε κάθε γειτονιά... Δεν ήταν όλα καλύτερα παλιότερα. Όσα όμως ήταν, ήταν ΠΟΛΥ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!

Καλά Χριστούγεννα σε όλους. Με υγεία, αισιοδοξία και λιακάδα στις ψυχές μας... Όπως παλιά...

19 Δεκ. 2019
Ήταν σαν σήμερα...39 χρόνια πριν... Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 1980. Εγώ 10 χρονών κι ο αδελφός μου 8. Τα σχολεία θα έκλειναν για τις διακοπές των Χριστουγέννων και την επομένη θα ξημέρωνε η μεγάλη ημέρα! Μαζί με τους παιδικούς φίλους από την Καλλιθέα, την Βιβή και τον Γιάννη Σεμελίδη, θα σηκωνόμασταν πρωί πρωί, θα φορούσαμε τα γιορτινά μας ρούχα και με τις μαμάδες μας, την Ελένη και την Τέτα, θα μπαίναμε στο τρένο που θα μας οδηγούσε στο "μακρινό" Σύνταγμα. Εκεί όπου θα μας περίμενε ο παιδικός "παράδεισος". Το πολυκατάστημα ΜΙΝΙΟΝ!
 
Μια λαίμαργη βόλτα στις στολισμένες του βιτρίνες, ένα ύψωμα του κεφαλιού προς τον ουρανό για να θαυμάσουμε το 10όροφο επιβλητικό κτίριο λουσμένο στο φως και μετά, βουρ για τις κυλιόμενες σκάλες του, υπό τους ήχους του Jingle Bells. Σαν ταξίδι στο διάστημα φάνταζε τότε, στο ξημέρωμα της δεκαετίας του '80, το τεχνολογικό "θαύμα" αυτών των κινούμενων σκαλιών που μας μετέφεραν στα "σύννεφα". Τα πρώτα χρόνια έσφιγγα γερά το χεράκι του αδελφού μου που, αν και μικρότερος, παρίστανε τον θαρραλέο άντρα βαστώντας με τρόπο την φούστα της μαμάς μας για να μην δείξει ότι φοβάται. Μεγαλώνοντας, οι κυλιόμενες σκάλες έγιναν μια κατάκτηση για την οποία καμαρώναμε σε κάθε ευκαιρία, όταν επιστρέφαμε στην γειτονιά μας στον Πειραιά.

"Τις ανεβαίνω χωρίς χέρια", λέγαμε στα άλλα παιδάκια, εννοώντας ότι δεν χρειαζόταν να κρατιόμαστε πια στην μαύρη λαστιχένια κουπαστή.
 
Πρώτος όροφος, δεύτερος, τρίτος...το χτυποκάρδι αυξανόταν καθώς πλησιάζαμε στον προορισμό των ονείρων μας. Όροφος 6ος. Ο όροφος των παιχνιδιών. Ντυμένος με τα γιορτινά του, σκηνικό βγαλμένο από αμερικανική ταινία, κάθε χρόνο έκρυβε για εμάς τους μικρούς φίλους του, και μια διαφορετική έκπληξη. Ολοζώντανοι ελέφαντες ανάμεσα σε εξωτικά δέντρα, μηχανήματα που έβγαζαν σοκολάτες, μολυβένια στρατιωτάκια που έπαιζαν τα κάλαντα με τα τύμπανά τους... Και το δικό μου πολυαγαπημένο. Μια πελώρια πισίνα γεμάτη με πλαστικά μπαλάκια, που σε περίμενε να βουτήξεις μέσα της γλιστρώντας από μια μεγάλη τσουλήθρα!
 
Ακολουθούσε στήσιμο με τις ώρες στην ουρά για την καθιερωμένη φωτογραφία με τον Άγιο Βασίλη. Που δεν ήταν κάποιος θλιμμένος, μουρτζούφλης μεροκαματιάρης, που φορούσε από ανάγκη μια φτηνιάρικη κόκκινη στολή, αλλά ένας υπέροχος χαμογελαστός γεράκος, που σου βαστούσε σφιχτά το χεράκι και σε ρωτούσε με ενδιαφέρον τι θα ήθελες να σου φέρει φέτος την Πρωτοχρονιά. Στριμωχνόμαστε με τον αδελφό μου στο βελούδινο θρόνο-έλκηθρο που υπήρχε δίπλα του, χαμογελούσαμε χαρούμενοι στον φακό του φωτογράφου, κι ας μην είχαμε δοντάκια, κι ύστερα ο Άγιος Βασίλης έσκυβε στην μεγάλη πορτοκαλί σακούλα του με το λογότυπο του ΜΙΝΙΟΝ γραμμένο με μαύρα και λευκά γράμματα, γεμιζε τα χέρια του με καραμέλες και μας τις έδινε με την ευχή "Καλή Χρονιά"!
 
Σχεδόν απόγευμα πια, εξουθενωμένοι από την ευτυχία, παίρναμε τον δρόμο για τον 10ο όροφο του πολυκαταστήματος. Εκεί όπου συνέβαινε κάτι κοσμοϊστορικό, πρωτόγνωρο για την μικρή Ελλάδα μας. Μια τεράστια καφετέρια, με μικρά στρογγυλά τραπεζάκια και πανοραμική θέα σε όλη την Αθήνα, περίμενε τους επισκέπτες να ξαποστάσουν. Οι αγγλικές λέξεις Self Service, γραμμένες με μαύρα γράμματα σε μία λευκή ταμπέλα, αποτελούσαν την απολυτη πρόκληση για τα πιτσιρίκια, αφού μεταφράζονταν σε "παίρνω τον καφέ πλαστικό δίσκο, τον ακουμπάω σε έναν σιδερένιο πάγκο και τον σπρώχνω σιγά σιγά μπροστά από μια βιτρίνα γεμάτη με λιχουδιές διαλέγοντας ό, τι ποθεί η ψυχή μου". Την πρώτη φορά που βιώσαμε την...συγκλονιστική εμπειρία, ο αδελφός μου πίστεψε ότι μπορούσε να φάει τα πάντα εντελώς δωρεάν και ξεχείλισε τον δίσκο του προκαλώντας πανικό στην μητέρα μας και γέλια στους μονίμως ευγενικούς υπαλλήλους.
 
Όλα αυτά τα μαγικά κι άλλα τόσα, ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε και τον Δεκέμβρη του 1980. Με αυτήν την γλυκιά προσμονή γυρίσαμε θυμάμαι από το σχολείο εκείνο το μεσημέρι της Παρασκευής και βρήκαμε τη μαμά μας στην κουζίνα να ακούει ραδιόφωνο. Το πρόσωπό της ήταν σφιγμένο, σκυθρωπό. Σαν να είχε συμβεί κάποιο μεγάλο κακό.
 
"Δεν θα πάμε αύριο στο ΜΙΝΙΟΝ" επιβεβαίωσε τους φόβους μας. "Πήρε φωτιά χθες βράδυ και κάηκε".
 
"Κάηκε το ΜΙΝΙΟΝ μου; Κάηκε ο Άγιος Βασίλης; Κάηκαν τα Χριστούγεννα; Δεν γίνεται αυτό... Δεν καίγονται τα Χριστούγεννα...", ήταν η δική μου αυθόρμητη αντίδρασή.
 
Στα χρόνια που ακολούθησαν, θα μάθαινα πως στον κόσμο των ανθρώπων όλα καίγονται. Ειδικά αν ενοχλούν, αν προκαλούν φθόνο, αν προμηνύουν κάτι σπουδαίο, φιλόδοξο, διαφορετικό... Μα εκείνο το πρωινό, ελάχιστη σημασία είχαν για εμένα την 10χρονη, οι αδυσώπητοι κανόνες των ανήθικων μεγάλων. Το μόνο που μετρούσε ήταν πως κάποιος είχε κάψει τη χαρά μου. Αφήνοντάς με να κοιτάζω μελαγχολικά τις φωτογραφίες που μοιράζομαι σήμερα μαζί σας... Φωτογραφίες από μια Ελλάδα που έδειχνε ότι και ήθελε και μπορούσε να γίνει άλλη...