Δεκαετία 80

17 Φεβ. 2019

Δεν συμπαθώ την παρελθοντολογία και την νοοτροπία "τι καλά που είμαστε παλιά". Η ζωή προχωράει ερήμην μας αλλά πάντα προς τα εμπρός, κυλάει, εξελίσσεται, βελτιώνεται και χειροτερεύει. Όλα ταυτόχρονα...

Αυτό ωστόσο δεν με εμποδίζει να θυμάμαι με γλυκιά νοσταλγία κάποιες στιγμές του χθες, που έχουν χαραχτεί μέσα μου με τα πιο φωτεινά γράμματα. Οι απόκριες της δεκαετίας του '80, ανήκουν πανηγυρικά σε αυτές.

Μεγάλωσα στον Άγιο Βασίλη του Πειραιά, σε μία οικογένεια που οι φιλικές μαζώξεις γίνονταν άνευ λόγου και αιτίας. Από τη μια στιγμή στην άλλη το σπίτι γέμιζε με κόσμο, τα τραπέζια με φαγητά και οι ψυχές με κέφι και χαρά. Μην φανταστεί κανείς ότι δεν υπήρχαν προβλήματα. Κάθε άλλο... Υπήρχε όμως και μία αισιοδοξία, μία ελπίδα, μία αφέλεια, θα τολμήσω να πω, ότι όλα λύνονται. Όλα διορθώνονται....

Τις απόκριες, λοιπόν, το σπίτι μας είχε πάντα την τιμητική του. Η μητέρα μου έραβε μόνη της τις αποκριάτικες στολές όλης της οικογένειας, συχνά και των φίλων μας, τις οποίες δεν φορούσαμε μόνο στα πάρτυ που γίνονταν ανελλιπώς κάθε Σαββατοκύριακο την περίοδο της Αποκριάς. Φοριούνταν και στο δρόμο.

Μπουλούκια ολόκληρα βγαίναμε στις γειτονιές του Πειραιά ντυμένοι μασκαράδες, κατηφορίζαμε από τον Άγιο Βασίλη προς την Φρεαττύδα και από εκεί με τα πόδια στο Πασαλιμάνι για να φτάσουμε στην Πασαρέλα (σημ: η ωραιότερη διαδρομή στον κόσμο και μην ακούσω για Κάννες και Μόντε Κάρλα..).

Ο κύριος Δημήτρης (δεν αποκαλούμε "κυρίους" όσους έχουν φύγει από την ζωή, όμως για εμένα θα είναι πάντα "ο κύριος Δημήτρης") φορούσε το μίνι φουστάκι του, το δικτυωτό καλσόν και τις γόβες και παρέα με το φυσικό μουστάκι του που ήταν αδύνατο να κρυφτεί, σταματούσε σε όλα τα περίπτερα σκορπίζοντας άφθονο γέλιο στους περαστικούς.

Η κυρία Αθηνά, η κυρία Βάσω, η κυρία Φλώρα, η Μπουμπού και ο Ηλίας, η Μαρία και ο Δημήτρης... αγκαζέ με την μάνα μου και τον πατέρα μου, κοντράρονταν κάθε χρόνο στο ποιος θα σκεφτεί την πιο ευφάνταστη στολή και μεταμφιέζονταν από λαμπάδες γάμου (στη φωτογραφία) μέχρι...μπακάλικα και ό,τι μπορεί να βάλει ο νους, κάνοντας τις επιθεωρήσεις του Δελφινάριου να ωχριούν μπροστά τους.

Κοντά στην εφηβεία ή στην ενηλικίωση εμείς, τα παιδιά, όχι μόνο δεν βρίσκαμε πληκτική την συντροφιά των γονιών μας αλλά τους ακολουθούσαμε με καμάρι φορώντας τις δικές μας στολές-υπερπαραγωγές!

Όλοι μαζί, μικροί και μεγάλοι, ξεχυνόμαστε στους δρόμους του Πειραιά και συμμετείχαμε σε μια υπαίθρια αποκριάτικη γιορτή που στηνόταν χωρίς οργάνωση, χωρίς προσυνεννόηση. Από γνωστούς και αγνώστους που είχαν την διάθεση να ενώσουν το κέφι τους και για λίγες ώρες να χαρούν σαν παιδιά.

Αν ανήκετε στους λίγους και τυχερούς που κρατούν άσβεστη αυτήν τη διάθεση, στην Ελλάδα του σήμερα, μην επιτρέψετε ποτέ σε κανέναν να σας την κλέψει. Είστε "πλούσιοι" και δεν το γνωρίζετε...

Καλές Αποκριες!

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

 

19 Δεκ. 2018
Image may contain: 3 people, people smiling
 
Ήταν σαν σήμερα...38 χρόνια πριν... Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 1980. Εγώ 10 χρονών κι ο αδελφός μου 8. Τα σχολεία θα έκλειναν για τις διακοπές των Χριστουγέννων και την επομένη θα ξημέρωνε η μεγάλη ημέρα! Μαζί με τους παιδικούς φίλους από την Καλλιθέα, την Βιβή και τον Γιάννη Σεμελίδη, θα σηκωνόμασταν πρωί πρωί, θα φορούσαμε τα γιορτινά μας ρούχα και με τις μαμάδες μας, την Ελένη και την Τέτα, θα μπαίναμε στο τρένο που θα μας οδηγούσε στο "μακρινό" Σύνταγμα. Εκεί όπου θα μας περίμενε ο παιδικός "παράδεισος". Το πολυκατάστημα ΜΙΝΙΟΝ!
 
Μια λαίμαργη βόλτα στις στολισμένες του βιτρίνες, ένα ύψωμα του κεφαλιού προς τον ουρανό για να θαυμάσουμε το 10όροφο επιβλητικό κτίριο λουσμένο στο φως και μετά, βουρ για τις κυλιόμενες σκάλες του, υπό τους ήχους του Jingle Bells. Σαν ταξίδι στο διάστημα φάνταζε τότε, στο ξημέρωμα της δεκαετίας του '80, το τεχνολογικό "θαύμα" αυτών των κινούμενων σκαλιών που μας μετέφεραν στα "σύννεφα". Τα πρώτα χρόνια έσφιγγα γερά το χεράκι του αδελφού μου που, αν και μικρότερος, παρίστανε τον θαρραλέο άντρα βαστώντας με τρόπο την φούστα της μαμάς μας για να μην δείξει ότι φοβάται. Μεγαλώνοντας, οι κυλιόμενες σκάλες έγιναν μια κατάκτηση για την οποία καμαρώναμε σε κάθε ευκαιρία, όταν επιστρέφαμε στην γειτονιά μας στον Πειραιά.

"Τις ανεβαίνω χωρίς χέρια", λέγαμε στα άλλα παιδάκια, εννοώντας ότι δεν χρειαζόταν να κρατιόμαστε πια στην μαύρη λαστιχένια κουπαστή.
 
Πρώτος όροφος, δεύτερος, τρίτος...το χτυποκάρδι αυξανόταν καθώς πλησιάζαμε στον προορισμό των ονείρων μας. Όροφος 6ος. Ο όροφος των παιχνιδιών. Ντυμένος με τα γιορτινά του, σκηνικό βγαλμένο από αμερικανική ταινία, κάθε χρόνο έκρυβε για εμάς τους μικρούς φίλους του, και μια διαφορετική έκπληξη. Ολοζώντανοι ελέφαντες ανάμεσα σε εξωτικά δέντρα, μηχανήματα που έβγαζαν σοκολάτες, μολυβένια στρατιωτάκια που έπαιζαν τα κάλαντα με τα τύμπανά τους... Και το δικό μου πολυαγαπημένο. Μια πελώρια πισίνα γεμάτη με πλαστικά μπαλάκια, που σε περίμενε να βουτήξεις μέσα της γλιστρώντας από μια μεγάλη τσουλήθρα!
 
Ακολουθούσε στήσιμο με τις ώρες στην ουρά για την καθιερωμένη φωτογραφία με τον Άγιο Βασίλη. Που δεν ήταν κάποιος θλιμμένος, μουρτζούφλης μεροκαματιάρης, που φορούσε από ανάγκη μια φτηνιάρικη κόκκινη στολή, αλλά ένας υπέροχος χαμογελαστός γεράκος, που σου βαστούσε σφιχτά το χεράκι και σε ρωτούσε με ενδιαφέρον τι θα ήθελες να σου φέρει φέτος την Πρωτοχρονιά. Στριμωχνόμαστε με τον αδελφό μου στο βελούδινο θρόνο-έλκηθρο που υπήρχε δίπλα του, χαμογελούσαμε χαρούμενοι στον φακό του φωτογράφου, κι ας μην είχαμε δοντάκια, κι ύστερα ο Άγιος Βασίλης έσκυβε στην μεγάλη πορτοκαλί σακούλα του με το λογότυπο του ΜΙΝΙΟΝ γραμμένο με μαύρα και λευκά γράμματα, γεμιζε τα χέρια του με καραμέλες και μας τις έδινε με την ευχή "Καλή Χρονιά"!
 
Σχεδόν απόγευμα πια, εξουθενωμένοι από την ευτυχία, παίρναμε τον δρόμο για τον 10ο όροφο του πολυκαταστήματος. Εκεί όπου συνέβαινε κάτι κοσμοϊστορικό, πρωτόγνωρο για την μικρή Ελλάδα μας. Μια τεράστια καφετέρια, με μικρά στρογγυλά τραπεζάκια και πανοραμική θέα σε όλη την Αθήνα, περίμενε τους επισκέπτες να ξαποστάσουν. Οι αγγλικές λέξεις Self Service, γραμμένες με μαύρα γράμματα σε μία λευκή ταμπέλα, αποτελούσαν την απολυτη πρόκληση για τα πιτσιρίκια, αφού μεταφράζονταν σε "παίρνω τον καφέ πλαστικό δίσκο, τον ακουμπάω σε έναν σιδερένιο πάγκο και τον σπρώχνω σιγά σιγά μπροστά από μια βιτρίνα γεμάτη με λιχουδιές διαλέγοντας ό, τι ποθεί η ψυχή μου". Την πρώτη φορά που βιώσαμε την...συγκλονιστική εμπειρία, ο αδελφός μου πίστεψε ότι μπορούσε να φάει τα πάντα εντελώς δωρεάν και ξεχείλισε τον δίσκο του προκαλώντας πανικό στην μητέρα μας και γέλια στους μονίμως ευγενικούς υπαλλήλους.
 
Όλα αυτά τα μαγικά κι άλλα τόσα, ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε και τον Δεκέμβρη του 1980. Με αυτήν την γλυκιά προσμονή γυρίσαμε θυμάμαι από το σχολείο εκείνο το μεσημέρι της Παρασκευής και βρήκαμε τη μαμά μας στην κουζίνα να ακούει ραδιόφωνο. Το πρόσωπό της ήταν σφιγμένο, σκυθρωπό. Σαν να είχε συμβεί κάποιο μεγάλο κακό.
 
"Δεν θα πάμε αύριο στο ΜΙΝΙΟΝ" επιβεβαίωσε τους φόβους μας. "Πήρε φωτιά χθες βράδυ και κάηκε".
 
"Κάηκε το ΜΙΝΙΟΝ μου; Κάηκε ο Άγιος Βασίλης; Κάηκαν τα Χριστούγεννα; Δεν γίνεται αυτό... Δεν καίγονται τα Χριστούγεννα...", ήταν η δική μου αυθόρμητη αντίδρασή.
 
Στα χρόνια που ακολούθησαν, θα μάθαινα πως στον κόσμο των ανθρώπων όλα καίγονται. Ειδικά αν ενοχλούν, αν προκαλούν φθόνο, αν προμηνύουν κάτι σπουδαίο, φιλόδοξο, διαφορετικό... Μα εκείνο το πρωινό, ελάχιστη σημασία είχαν για εμένα την 10χρονη, οι αδυσώπητοι κανόνες των ανήθικων μεγάλων. Το μόνο που μετρούσε ήταν πως κάποιος είχε κάψει τη χαρά μου. Αφήνοντάς με να κοιτάζω μελαγχολικά τις φωτογραφίες που μοιράζομαι σήμερα μαζί σας... Φωτογραφίες από μια Ελλάδα που έδειχνε ότι και ήθελε και μπορούσε να γίνει άλλη...
 
Μαρία Παναγοπούλου 
 
19 Δεκ. 2018

 Image may contain: 3 people, people smiling

Σαν σήμερα...19 Δεκεμβρίου 1980. Παρασκευή. Εγώ 10 χρονών κι ο αδελφός μου 8. Τα σχολεία θα έκλειναν για τις διακοπές των Χριστουγέννων και την επομένη θα ξημέρωνε η μεγάλη ημέρα! Μαζί με τους παιδικούς φίλους από την Καλλιθέα, την Βιβή και τον Γιάννη Σεμελίδη, θα σηκωνόμασταν πρωί πρωί, θα φορούσαμε τα γιορτινά μας ρούχα και με τις μαμάδες μας, την Ελένη και την Τέτα, θα μπαίναμε στο τρένο που θα μας οδηγούσε στο "μακρινό" Σύνταγμα. Εκεί όπου θα μας περίμενε ο παιδικός "παράδεισος". Το πολυκατάστημα ΜΙΝΙΟΝ
Μια λαίμαργη βόλτα στις στολισμένες του βιτρίνες, ένα ύψωμα του κεφαλιού προς τον ουρανό για να θαυμάσουμε το 10όροφο επιβλητικό κτίριο λουσμένο στο φως και μετά, βουρ για τις κυλιόμενες σκάλες του, υπό τους ήχους του Jingle Bells. Σαν ταξίδι στο διάστημα φάνταζε τότε, στο ξημέρωμα της δεκαετίας του '80, το τεχνολογικό "θαύμα" αυτών των κινούμενων σκαλιών που μας μετέφεραν στα "σύννεφα". Τα πρώτα χρόνια έσφιγγα γερά το χεράκι του αδελφού μου που, αν και μικρότερος, παρίστανε τον θαρραλέο άντρα βαστώντας με τρόπο την φούστα της μαμάς μας για να μην δείξει ότι φοβάται. Μεγαλώνοντας, οι κυλιόμενες σκάλες έγιναν μια κατάκτηση για την οποία καμαρώναμε σε κάθε ευκαιρία, όταν επιστρέφαμε στην γειτονιά μας στον Πειραιά.
"Τις ανεβαίνω χωρίς χέρια", λέγαμε στα άλλα παιδάκια, εννοώντας ότι δεν χρειαζόταν να κρατιόμαστε πια στην μαύρη λαστιχένια κουπαστή.
 
Πρώτος όροφος, δεύτερος, τρίτος...το χτυποκάρδι αυξανόταν καθώς πλησιάζαμε στον προορισμό των ονείρων μας. Όροφος 6ος. Ο όροφος των παιχνιδιών. Ντυμένος με τα γιορτινά του, σκηνικό βγαλμένο από αμερικανική ταινία, κάθε χρόνο έκρυβε για εμάς τους μικρούς φίλους του, και μια διαφορετική έκπληξη. Ολοζώντανοι ελέφαντες ανάμεσα σε εξωτικά δέντρα, μηχανήματα που έβγαζαν σοκολάτες, μολυβένια στρατιωτάκια που έπαιζαν τα κάλαντα με τα τύμπανά τους... Και το δικό μου πολυαγαπημένο. Μια πελώρια πισίνα γεμάτη με πλαστικά μπαλάκια, που σε περίμενε να βουτήξεις μέσα της γλιστρώντας από μια μεγάλη τσουλήθρα!
 
Ακολουθούσε στήσιμο με τις ώρες στην ουρά για την καθιερωένη φωτογραφία με τον Άγιο Βασίλη. Που δεν ήταν κάποιος θλιμμένος, μουρτζούφλης μεροκαματιάρης, που φορούσε από ανάγκη μια φτηνιάρικη κόκκινη στολή, αλλά ένας υπέροχος χαμογελαστός γεράκος, που σου βαστούσε σφιχτά το χεράκι και σε ρωτούσε με ενδιαφέρον τι θα ήθελες να σου φέρει φέτος την Πρωτοχρονιά. Στριμωχνόμαστε με τον αδελφό μου στο βελούδινο θρόνο-έλκηθρο που υπήρχε δίπλα του, χαμογελούσαμε χαρούμενοι στον φακό του φωτογράφου, κι ας μην είχαμε δοντάκια, κι ύστερα ο Άγιος Βασίλης έσκυβε στην μεγάλη πορτοκαλί σακούλα του με το λογότυπο του ΜΙΝΙΟΝ γραμμένο με μαύρα και λευκά γράμματα, γεμιζε τα χέρια του με καραμέλες και μας τις έδινε με την ευχή "Καλή Χρονιά"!
 
Image may contain: 4 people
 
Σχεδόν απόγευμα πια, εξουθενωμένοι από την ευτυχία, παίρναμε τον δρόμο για τον 10ο όροφο του πολυκαταστήματος. Εκεί όπου συνέβαινε κάτι κοσμοϊστορικό, πρωτόγνωρο για την μικρή Ελλάδα μας. Μια τεράστια καφετέρια, με μικρά στρογγυλά τραπεζάκια και πανοραμική θέα σε όλη την Αθήνα, περίμενε τους επισκέπτες να ξαποστάσουν. Οι αγγλικές λέξεις Self Service, γραμμένες με μαύρα γράμματα σε μία λευκή ταμπέλα, αποτελούσαν την απολυτη πρόκληση για τα πιτσιρίκια, αφού μεταφράζονταν σε "παίρνω τον καφέ πλαστικό δίσκο, τον ακουμπάω σε έναν σιδερένιο πάγκο και τον σπρώχνω σιγά σιγά μπροστά από μια βιτρίνα γεμάτη με λιχουδιές διαλέγοντας ό, τι ποθεί η ψυχή μου". Την πρώτη φορά που βιώσαμε την...συγκλονιστική εμπειρία, ο αδελφός μου πίστεψε ότι μπορούσε να φάει τα πάντα εντελώς δωρεάν και ξεχείλισε τον δίσκο του προκαλώντας πανικό στην μητέρα μας και γέλια στους μονίμως ευγενικούς υπαλλήλους.
 
Όλα αυτά τα μαγικά κι άλλα τόσα, ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε και τον Δεκέμβρη του 1980. Με αυτήν την γλυκιά προσμονή γυρίσαμε θυμάμαι από το σχολείο εκείνο το μεσημέρι της Παρασκευής και βρήκαμε τη μαμά μας στην κουζίνα να ακούει ραδιόφωνο. Το πρόσωπό της ήταν σφιγμένο, σκυθρωπό. Σαν να είχε συμβεί κάποιο μεγάλο κακό.
 
"Δεν θα πάμε αύριο στο ΜΙΝΙΟΝ" επιβεβαίωσε τους φόβους μας. "Πήρε φωτιά χθες βράδυ και κάηκε".
 
"Κάηκε το ΜΙΝΙΟΝ μου; Κάηκε ο Άγιος Βασίλης; Κάηκαν τα Χριστούγεννα; Δεν γίνεται αυτό... Δεν καίγονται τα Χριστούγεννα...", ήταν η δική μου αυθόρμητη αντίδρασή.
 
Στα χρόνια που ακολούθησαν, θα μάθαινα πως στον κόσμο των ανθρώπων όλα καίγονται. Ειδικά αν ενοχλούν, αν προκαλούν φθόνο, αν προμηνύουν κάτι σπουδαίο, φιλόδοξο, διαφορετικό... Μα εκείνο το πρωινό, ελάχιστη σημασία είχαν για εμένα την 10χρονη, οι αδυσώπητοι κανόνες των ανήθικων μεγάλων. Το μόνο που μετρούσε ήταν πως κάποιος είχε κάψει τη χαρά μου. Αφήνοντάς με να κοιτάζω μελαγχολικά τις φωτογραφίες που μοιράζομαι σήμερα μαζί σας... Φωτογραφίες από μια Ελλάδα που έδειχνε ότι και ήθελε και μπορούσε να γίνει άλλη...
 
Μαρία Παναγοπούλου 
 
2 Ιουν. 2018

Η είδηση ότι το sequel της ταινίας Top Gun θα βγει στους κινηματογράφους το καλοκαίρι του 2019, με πρωταγωνιστή και πάλι τον Τομ Κρουζ, 33 χρόνια μετά (!), συνοδεύτηκε από την δημοσίευση αυτής της φωτογραφίας. Και από ένα αίσθημα μουδιάσματος στην ψυχή και το σώμα μου...

Ετών 55 πλέον ο Τομ, κάπου στα 50 όλοι εμείς, τα κορίτσια και τα αγόρια που γεμίζαμε ασφυκτικά τα σινεμά στα μέσα της δεκαετίας του '80 για να παρακολουθήσουμε με μάτια ολάνοιχτα τις εναέριες κόντρες του Maverick και του Iceman... Κανένας και τίποτα δεν είναι ίδιο. Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να ξαναγίνει όπως τότε. Δυστυχώς, για κάποιους. Ευτυχώς, για άλλους τόσους...

Άναρωτιέμαι.... Μπορεί άραγε το Top Gun να γίνει η εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα; Ποιός ο λόγος να υπάρξει "νούμερο 2", σε κάτι που κατέχει στις καρδιές μας την πρώτη θέση για περισσότερες από τρεις δεκαετίες; Ποιός ο λόγος να υπάρξει συνέχεια σε κάτι που έχει τελειώσει;

Μόνο η ίδια η ταινία είναι ικανή να απαντήσει στις επιφυλάξεις μου, αν και δεν είμαι σίγουρη ότι θα την παρακολουθήσω σε έναν χρόνο από σήμερα, υγεία να 'χουμε... Όσοι διαβάζετε το thisismarias, γνωρίζετε ίσως ότι το συγκεκριμένο κινηματογραφικό έργο, έχει αφήσει μέσα μου ανεξίτηλα σημάδια...

Ήταν Φθινόπωρο του 1986. Στους πρώτους μήνες της Δευτέρας Λυκείου. Το σχολείο μου, το 1ο Λύκειο Πειραιά, συστεγαζόταν με το 6ο κι έτσι κάποιες μέρες της εβδομάδας κάναμε αναγκαστικά απογευματινά μαθήματα εναλλάξ με τους "συγκατοίκους".

Εκείνη την εβδομάδα, η απογευματινή βάρδια έπεσε Πέμπτη και Παρασκευή. Όμως αυτή η Παρασκευή, δεν ήταν σαν τις άλλες. Ο κινηματογράφος ΖΕΑ, που βρισκόταν λίγους δρόμους πίσω από το σχολείο μας, είχε φέρει (επιτέλους!) την ταινία Top Gun που "έσπαγε ταμεία" στην Αμερική! Η πρώτη προβολή της ξεκινούσε στις 17.00. Την ίδια ώρα με το μάθημα των Θρησκευτικών μας.

Ο πρωταγωνιστής της, ένας 24χρονος άσημος τότε ηθοποιός, ήταν ήδη γνωστός στην Ελλάδα από τα πρωτοσέλιδα της ΜΑΝΙΝΑΣ και της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ. Και για χιλιάδες έφηβες Ελληνίδες ήταν αναμφίβολα ο άντρας των ονείρων τους. Και το όνομα αυτού: Τομ Κρουζ. Με το γυαλί Ray Ban καβάλα στη μηχανή του, φορώντας το δερμάτινο τζάκετ του πιλότου. 

Δεν ήταν ποτέ ο τύπος μου. Είχα ήδη " δώσει" την καρδιά μου σε έναν άλλον ιπτάμενο. Τον απόλυτο τζέντλεμαν Ρίτσαρντ Γκιρ. Αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να λατρέψω το Top Gun. Και (φυσικά) να ακολουθήσω τις συμμαθήτριες μου στην απογευματινή κοπάνα της Παρασκευής για να προλάβουμε να δούμε την πρώτη προβολή. 
 
Ήταν βλέπετε και η κολλητή μου, η Μαριάνθη, που δοκίμαζε από μέρες την υπογραφή της στα τετράδια ως Μαριάνθη Κρουζ... Δεν υπήρχε περίπτωση να της το στερήσουμε.
 
Στα 16 μας τότε. Γεμάτες βιασύνη να αφήσουμε για πάντα πίσω μας το "κορίτσι" και να συναντήσουμε τη "γυναίκα". Δεν συνειδητοποιούσαμε ότι μαζί της θα περνούσαμε την υπόλοιπη ζωή μας. Ίσως αν το ξέραμε να μην είμαστε τόσο ανυπόμονες. Μα η ρημάδα η γνώση έρχεται πάντα κατόπιν εορτής...

Κάναμε κοπάνα 4 θρανία στη σειρά. Το ένα πίσω από το άλλο. Όχι πολύ έξυπνο σαν ιδέα, όμως ποιος νοιαζότανε; Φτάσαμε τρέχοντας στον κινηματογράφο, φορτωθήκαμε pop corn, πατατάκια, αναψυκτικά και καφέδες, στοιβάξαμε  τις σχολικές τσάντες σε μια πολυθρόνα και μόλις έσβησαν τα φώτα... απογειωθήκαμε. 
 
Δίπλα μου κάθεται η Νεκταρία. "Μαλ@&%α είναι η ταινία αλλά έχει ωραία πατατάκια εδώ" μου ψιθυρίζει.

"Σσσσ! Κοίτα το μανάρι μου" τη μαλώνει η Μαριάνθη (Κρουζ).

"Άσε μας ρε Μαριάνθη με τον κοντοστούπη. Ούτε το πετάλι της μηχανής δεν φτάνει", τον απορρίπτει η Δήμητρα. 
"Ο Σταλόνε είναι πιο αρρενωπός" μουρμουράει η Γιώτα.  
"Κοίτα τι ωραία χείλια έχει ο ξανθός", μας παροτρύνει η έτερη Μαρία της παρέας.
 
"Πω, πω! Τι φοβερό μαλλί έχει η τύπισσα! Λέτε να είναι περμανάντ;", θέτει τον προβληματισμό για το καρέ της πρωταγωνίστριας η Λίζα.
 
"Σταματήστε μωρέ. Έχω συγκινηθεί" σκουπίζει ένα δάκρυ η Λιάνα.
 
Το Take my breath away, το σάουντρακ του Top Gun, που κέρδισε το Oscar Πρωτότυπου Τραγουδιού το 1986, χαϊδεύει τα αυτιά μας, τρυπώνει στις ψυχές μας και καταλαμβάνει την θέση που του αξίζει... για πάντα!
 
Όχι, δεν ξέρω αν θέλω και αν μπορώ να παρακολουθήσω το Top Gun 2. Κάποια πράγματα δεν έχουν δεύτερη φορά...
 
Υ.Γ. Όπως έγινε γνωστό, στο sequel της ταινίας ο Τομ Κρουζ θα παίζει τον ρόλο του εκπαιδευτή, αλλά ο έρωτάς με την αυστηρή καθηγήτρια του, δεν θα υπάρχει στο σενάριο. Λογικό... Αποτελεί κι αυτός παρελθόν, όπως οι περισσότεροι έρωτες της εποχής εκείνης... Και μαζί τους όνειρα, σχέδια, αυταπάτες... Αχ μωρέ, Τομ. Μεγαλώσαμε... 
 
Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com
22 Απρ. 2018

  Ο μπαμπάς μου, Γιώργος Παναγοηλιόπουλος, που σήμερα γιορτάζει, στα νιάτα του ήταν τσαγκάρης. Γεννημένος την Κατοχή, στη Γούβα στο Παγκράτι, παιδί πολύτεκνης οικογένειας, πρόλαβε να πάει σχολείο μόνο στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Το κυνήγι του μεροκάματου ήταν μονόδρομος και η τέχνη του πατέρα του και παππού μου, θα εξασφάλιζε άλλο ένα πιάτο στο φτωχικό τραπέζι. Ο μικρός Γιώργος αποδείχτηκε μεγάλο ταλέντο, αγάπησε τη δουλειά του και μεγαλώνοντας δεν περιορίστηκε στο να επισκευάζει παπούτσια αλλά άρχισε να κατασκευάζει χειροποίητα έργα τέχνης για τα γυναικεία άκρα.
 Στα μέσα της δεκαετίας του ΄70, με σκληρή προσωπική εργασία, κατάφερε να ανοίξει την δική του μικρή βιοτεχνία υποδημάτων και να γίνει συνέταιρος σε δύο καταστήματα. Ένα στην Θησέως στην Καλλιθέα (από όπου και η φωτογραφία με τον αδελφό μου κι εμένα φαφούτα),

κι ένα στην Πλάκα, δίπλα από την μπουάτ Διαγώνιος την εποχή που εμφανιζόταν εκεί ο Γιώργος Νταλάρας (γι αυτό και τον βλέπουμε στα εγκαίνια, μπροστά από τα κουτιά με τα παπούτσια). 

 Την δεκαετία του '80, οι Έλληνες βιοτέχνες του χώρου της ένδυσης και της υπόδυσης είχαν ακόμη δικαίωμα να ονειρεύονται και να παράγουν Ελληνικά προϊόντα υψηλής ποιότητας. Ανάμεσά τους και ο μπαμπάς μου, που για να καταφέρει να προσφέρει το καλύτερο στις γυναίκες πελάτισσες, ταξίδευε δύο φορές τον χρόνο στην Ιταλία, προκειμένου να παρακολουθεί από κοντά τις τάσεις της μόδας σε εκθέσεις και μαγαζιά. Αρχές του 1983, σε ένα τέτοιο ταξίδι στη Ρώμη, τραβήχτηκε και η φωτογραφία που βλέπετε. Δίπλα του, φιγουράρει η διάσημη σταρ Ούρσουλα Άντρες!


 Το Bar Antonio ήταν την εποχή εκείνη ένα από τα πιο δημοφιλή στέκια των διασήμων και ο μπαμπάς μου, μαζί με άλλους Έλληνες βιοτέχνες που είχαν βρεθεί στην ιταλική πρωτεύουσα για μία έκθεση παπουτσιών, αποφάσισαν να περάσουν εκεί το βράδυ τους ελπίζοντας να δουν από κοντά κάποιον κινηματογραφικό αστέρα.
 Η τύχη τους χαμογέλασε, καθώς η Ούρσουλα Άντρες, βρισκόταν στο bar μαζί με πέντε ξένους δημοσιογράφους, έναν φωτογράφο και τρεις παρατρεχάμενους που δεν άφηναν ούτε μύγα να πλησιάσει στο τραπέζι της.
 "Πάμε στοίχημα ότι σε 5 λεπτά θα κάτσω δίπλα της και θα φωτογραφηθώ μαζί της;" προκάλεσε την παρέα του ο μπαμπάς μου για να εισπράξει τα εύλογα πειράγματά τους.
 Πέντε λεπτά αργότερα, ο Έλληνας τσαγκάρης που δεν μιλούσε καμία ξένη γλώσσα, πέρα από τα Ελληνικά του δημοτικού σχολείου και ελάχιστα γερμανικά από την εποχή που είχε πάει να δουλέψει σε φάμπρικα της Γερμανίας, βρισκόταν στο πλευρό της έκπληκτης σταρ και φωτογραφιζόταν μαζί της.
 Πώς; Κάποιοι το αποκαλούν θράσος. Άλλοι τόλμη. Άλλοι τσαγανό. Άλλοι αυτοπεποίθηση. Για τον μπαμπά μου ήταν απλώς αυτό που χρειαζόταν για να επιτευχθεί "ο στόχος": να βγει η πολυπόθητη φωτογραφία.
 Αυτό ήταν και το μάθημα ζωής που πήραμε τότε εγώ και ο αδελφός μου, βλέποντάς την. Όταν θέλεις κάτι, μικρό ή μεγάλο, υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να μάθεις αν μπορείς να το καταφέρεις: προσπάθησέ το
 Μεγαλώνοντας, από την θέση της μητέρας πια, κατάλαβα πως τελικά όσα όμορφα λόγια κι αν πεις στο παιδί σου, όσο κι αν το καθοδηγήσεις στη θεωρία, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις πράξεις σου. Με τη στάση ζωής σου... Αυτή είναι το μεγαλύτερο σχολείο.

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

follow me on facebook