20 Απρ. 2021

"Μπορείς να με κεράσεις ένα βιβλίο σου;"

Ετών 9. Με καταγωγή από κάποια χώρα της Ανατολικής Αφρικής. Γεννήθηκε και μεγαλώνει στην Ελλάδα. Ο μπαμπάς της, άγνωστος. Η μαμά, βυθισμένη σε εξαρτήσεις (λένε).

Μια κούκλα, με τεράστια μαύρα εκφραστικά μάτια και βλέμμα που αναλογεί σε γυναίκα 40 χρονών. Κάνει όλες τις δουλειές ολομόναχο, ντυμένο πάντα με φτωχικά αλλά πεντακάθαρα ρουχαλάκια και τα πλούσια κατσαρά μαλλάκια του πλεγμένα σε καλοφροντισμένη κοτσίδα.

Κανείς δεν ξέρει πού ζει. Την συναντάω συχνά τα μεσημέρια σε διάφορα μαγαζιά του Φαλήρου. Έχει στο λεπτεπίλεπτο παιδικό χεράκι της ελάχιστα κέρματα και παλεύει να ψωνίσει κάποια απαραίτητα για την επιβίωση της ίδιας και της μαμάς της. Οι ρόλοι έχουν σαφώς αντιστραφεί. Η όμορφη μικρούλα είναι η μαμά. Και η μαμά είναι το αδύναμο, ανήμπορο πλάσμα που χρειάζεται φροντίδα. Γελάει σπάνια. Αλλά είναι τόσο ευγενική και γλυκιά που μερικές φορές νομίζω πως αυτός είναι ο δικός της τρόπος να χαμογελάει. Δεν ξέρω αν πηγαίνει στο σχολείο. Μιλάει τα Ελληνικά με τρόπο υποδειγματικό για 9χρονο παιδί.

Πριν από λίγο καιρό, την ώρα μιας δυνατής καταιγίδας, βρεθήκαμε μαζί στο σούπερ μάρκετ. Την είδα να παρατηρεί τα ράφια με τις σοκολάτες.

"Καλημέρα. Τι κάνεις; Να σε κεράσω κάτι γιατί έχω τα γενέθλιά μου σήμερα;" της είπα ψέματα για να μην την κάνω να νιώσει ότι την λυπάμαι.

Το προσωπάκι της φωτίστηκε.

"Σε είδα στην τηλεόραση. Γράφεις βιβλία" με αιφνιδίασε.

"Ναι" της αποκρίθηκα σαστισμένη. "Άρα έχω κι άλλον έναν λόγο για να σε κεράσω μια σοκολάτα", επανέφερα την πρότασή μου.

Κατέβασε ντροπαλά τα ματάκια της, έπαιξε αμήχανα με την κοτσίδα της και σαν να μετρούσε τις λέξεις που θα μου πει, έμεινε για λίγο σιωπηλή.

"Μου αρέσουν τα βιβλία. Μπορείς να με κεράσεις ένα βιβλίο σου; Όταν μάθω γράμματα θα το διαβάσω" με κεραυνοβόλησε η πρόταση της. Ήταν η δική μου σειρά να κατεβάσω τα μάτια. Όχι από ντροπή αλλά για να μην δει ότι ήταν βουρκωμένα.

Πήγαμε μαζί μέχρι το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου. Αγόρασα ένα αντίτυπο του τελευταίου βιβλίου μου, της έγραψα "Στην ..., με την ευχή να μην σταματήσει ποτέ να διαβάζει, γιατί τα βιβλία είναι ο καλύτερος δρόμος προς την ευτυχία" και της το έδωσα. Μου το ανταπέδωσε με ένα βλέμμα-φιλί και τράβηξε τον δρόμο της.

Βλέποντάς την να απομακρύνεται, ήξερα πως επιστρέφει στην φτώχια, τα προβλήματα και την μοναξιά της, σε ένα σπίτι παγωμένο με μια μάνα άρρωστη, σε μια χώρα που συχνά θα την αντιμετωπίζει σαν "την ξένη από την Αφρική" κι ας γεννήθηκε εδώ. Όμως δεν ένιωθα πια θλίψη. Αυτό που είδα στα μάτια της, με έκανε να χαμογελώ. Η μικρούλα έχει και τη δύναμη και τη θέληση να τα καταφέρει. Με εκείνον τον μοναδικό τρόπο που έχουν οι άνθρωποι που γεννιούνται "μουντζωμένοι" από την ζωή. Της το εύχομαι... Με όλη μου την ψυχή...

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com
Follow me on facebook