7 Φεβ. 2020

"Ο χορός της λευκόκομης Λέκκαινας": το πρώτο μου διήγημα.

Της Μαρίας Παναγοπούλου*

  Ήταν υψίστης εθνικής και θρησκευτικής σημασίας, η σημερινή Παρασκευή! Δεκαεπτά χρόνια μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, ανήμερα του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, εορταζόταν για πρώτη φορά η ανάσταση της ελεύθερης Ελλάδας. Ακόμη κι αυτά τα πυκνά μαύρα σύννεφα που κινούνταν με ταχύτητα στον αττικό ουρανό, διαλαλώντας την καταιγίδα που ερχόταν, ήταν ανήμπορα να σκιάσουν τον υπέρλαμπρο ήλιο που φώλιαζε στις καρδιές των αναγεννημένων Ελλήνων.
  Ο δεκαπεντάχρονος Νικήτας, παρακολουθούσε έκθαμβος όσα πρωτόγνωρα διαδραματίζονταν στη μικρή φτωχική κωμόπολη, που τα τελευταία τέσσερα χρόνια ο παππούς του αποκαλούσε, με περίσσιο καμάρι, «η πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους».
  Πριν χαράξει η αυγή είχαν σταθεί οι δυο τους στον περίβολο του καθεδρικού ναού της Αγίας Ειρήνης, προκειμένου να μην χάσουν ούτε λεπτό από την άφιξη των υψηλών προσώπων που θα παρακολουθούσαν τη Δοξολογία. Οι κανονιοβολισμοί που είχαν πριονίσει τον αέρα, «είκοσι και ένας προς τιμήν του έτους της εθνεγέρσεως» όπως είχε αναφωνήσει ένας κουμπουροφόρος ζωσμένος με το δερμάτινο σελάχι του, ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα μιας ημέρας που θα στόλιζε σαν παράσημο τις καρδιές όλων.
  Ομοίαζε με γάργαρο ποτάμι τώρα η οδός Αιόλου, κατάγεμη από ανθρώπους που βαστούσαν στα χέρια τους κυανόλευκες σημαίες και τραγουδούσαν ηρωικά άσματα και θούρια. Η βασιλική άμαξα και οι επίσημοι, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της θρησκευτικής τελετής, είχαν αποχωρήσει από την Εκκλησιά, με κατεύθυνση την πλατεία μπροστά από το πρόχειρο Παλάτι ενώ ξοπίσω τους είχαν ξεχυθεί χιλιάδες κάτοικοι της Αθήνας και χωρικοί των περιχώρων της Αττικής.
  «Είναι ευλογία από τον Μεγαλοδύναμο Θεό, αυτό που ζούμε σήμερα, γιε μου», σχολίασε ο παππούς τη στιγμή που έφταναν κοντά στην αψίδα που είχε στήσει ο Δήμος των Αθηναίων ειδικά για την περίσταση. «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης λέγει ότι “τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι”. Έτσι όλοι μαζί, μονιασμένοι, τιμούμε ετούτην την εθνικήν εορτήν. Ο Βασιλέας Όθωνας και η Βασίλισσα Αμαλία, η κυβέρνηση και ο κλήρος, οι φουστανελοφόροι αγωνιστές και οι δάσκαλοι του γένους, ενώνουν την υπερηφάνειά τους με αυτήν του απλού λαού, δοξάζοντας την λευτεριά», συμπλήρωσε με φωνή ραγισμένη από την εθνική έξαρση.
  «Όμως, θα είμαστε για πάντα λεύτεροι παππού;», ψέλλισε ο αμούστακος νέος.
Έπαψε αίφνης το βήμα του ο σεβάσμιος γέροντας, άφησε το βλέμμα του να σκαρφαλώσει μέχρι την κορυφή του λόφου της Ακροπόλεως και σαν να απευθυνόταν στον ίδιο τον Παρθενώνα, αποκρίθηκε: «Η ελευθερία είναι ένα δένδρο που γυρεύει αδιάκοπα νερό. Η γενιά του ’21 το πότισε με το αίμα της, το βόηθησε να ανθίσει και να θεριέψει όταν όλος ο υπόλοιπος κόσμος το πίστευε ξερό. Ξέρεις γιατί γιε μου; Γιατί βαστήξαμε άσβεστη την ελπίδα. Τώρα πια, είναι εις τα δικά σας χέρια, εις τα χέρια της Ελληνικής νεολαίας, να μην αφήσετε ποτέ το δέντρο της λευτεριάς να μαραθεί. Με φάρο τους ήρωες της Επανάστασης και την φλόγα της ελπίδας εις την ψυχή σας. Γιατί να θυμάσαι πάντα τούτο: έθνος χωρίς μνήμη κι ελπίδα, είναι έθνος καταδικασμένο να πεθάνει».
  Οι βροντεροί ήχοι από τους ζουρνάδες και τα νταούλια που αντήχησαν ξαφνικά σε ολόκληρη την Αθήνα, τύλιξαν με το βαρύ πέπλο τους τις τελευταίες λέξεις του παππού και τις σκόρπισαν στον άνεμο. Το σύνθημα της έναρξης του λαϊκού πανηγυριού, έγινε δεκτό με ιαχές από το πολύχρωμο ανθρώπινο μωσαϊκό που σκέπαζε κάθε σπιθαμή γης, τα χέρια υψώθηκαν κραδαίνοντας κλωνάρια δάφνης σε ένδειξη τιμής για τους μπαρουτοκαπνισμένους του Αγώνα που χόρευαν τώρα αγκαλιασμένοι.
  Σαν βέλος διέσχισε το πλήθος η λεπτοκαμωμένη φιγούρα μιας ηλικιωμένης γυναίκας που ρίχτηκε με ορμή πάνω στον κύκλο των χορευτών και μπαίνοντας ανάμεσα στους δύο  πρωτοστατούντες αναφώνησε: «Σταματήστε! Σήμερον δικαιούμαι κι εγώ να χορέψω κι ίσως περισσότερο από σας, διότι απώλεσα εις τον περί ανεξαρτησίας αγώνα δύο ανδρείους αδελφούς και τον υιό μου».
  Στράφηκε απορημένος προς τον παππού του ο Νικήτας, πρόφτασε να δει ένα δάκρυ να στάζει από τα γέρικα βλέφαρά του και να σκαλώνει στην καλοφροντισμένη γενειάδα του. «Κλαίτε;», άστραψε στο πρόσωπό του η έκπληξη, μην έχοντας δει ξανά στην ζωή του άνδρα να δακρύζει.
  «Τι λόγια είναι τούτα ωρέ;» αντέδρασε ντροπιασμένος εκείνος. «Δεν κλαίγω. Γυαλίζουν τα μάτια μου από το σέβας για τον χορό αυτής της λευκόμομης γυναίκας».   
 «Τηνε ξέρετε παππού;»« Άμα τηνε ξέρω; Είναι μια Λέκκαινα! Μενιδιάτισσα από την ένδοξη γενιά των Λεκκαίων που θυσιάστηκαν όλοι τους υπέρ πίστεως και πατρίδος».
 «Μα είναι γυναίκα και θρηνεί. Χορεύουν οι γυναίκες; Χορεύουν οι άνθρωποι όταν πενθούν;», σάστισε ο νέος.
 «Όταν πενθούμε τους ήρωες μας, ναι!, οι Έλληνες χορεύουμε. Σαν θα μεγαλώσεις θα καταλάβεις ότι πολλά από όσα κάνουμε τα τέκνα ετούτης της μικρής αλλά αριστοτόκου χώρας, και τα καλά και τα κακά, δεν συναντώνται πουθενά αλλού εις την οικουμένη. Γι αυτό κάποιοι μας αποκαλούν τρελούς. Έτσι μας είπαν και δεκαεπτά χρόνια πριν, τότε που μια φούχτα αξιοδάκρυτων ραγιάδων υψώσαμε το ανάστημα μας εις τους Τούρκους διεκδικώντας την ιερή ελευθερία μας. Μα τώρα που το συλλογιέμαι, ίσως τελικά τότε να είχανε δίκαιο. Ίσως “ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμεν την Επανάστασιν».

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

* Το διήγημα με τίτλο "Ο χορός της λευκόκομης Λέκκαινας" αποτελεί την πρώτη μου απόπειρα να ασχοληθώ με ένα είδος τόσο γοητευτικό και δύσκολο συνάμα. Το φοβόμουν το διήγημα κι αυτός ο φόβος με έκανε να το αποφεύγω και να αναβάλλω διαρκώς για αργότερα την απόπειρα να το προσεγγίσω συγγραφικά.

Ο διαγωνισμός διηγήματος που διοργάνωσε το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο την περασμένη Άνοιξη, με αφορμή τον επετειακό εορτασμό των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, σε συνδυασμό με το υψηλό επίπεδο της κριτικής επιτροπής, ήταν αυτά που με έκαναν να... τολμήσω.

Οι όροι του διαγωνισμού, σαφείς:
Ένα πρωτότυπο διήγημα, αυστηρά μέχρι 821 λέξεις, στο οποίο να γίνεται χρήση της φράσης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη «Αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμεν την επανάστασιν».

Δεν κέρδισα κάποια διάκριση- δεν ήταν αυτός ο στόχος μου, σας ορκίζομαι! Κέρδισα όμως κάτι πολύ σημαντικό. Νίκησα τον φόβο μου για το διήγημα. Ή πιο σωστά, ΣΧΕΔΟΝ τον νίκησα. Μου μένει άλλο ένα, τελευταίο βήμα: Να μοιραστώ το "παιδί" μου μαζί σας. 

Δικό σας, λοιπόν!

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com