Βιβλιο-προτάσεις

7 Φεβ. 2020

Της Μαρίας Παναγοπούλου*

  Ήταν υψίστης εθνικής και θρησκευτικής σημασίας, η σημερινή Παρασκευή! Δεκαεπτά χρόνια μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, ανήμερα του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, εορταζόταν για πρώτη φορά η ανάσταση της ελεύθερης Ελλάδας. Ακόμη κι αυτά τα πυκνά μαύρα σύννεφα που κινούνταν με ταχύτητα στον αττικό ουρανό, διαλαλώντας την καταιγίδα που ερχόταν, ήταν ανήμπορα να σκιάσουν τον υπέρλαμπρο ήλιο που φώλιαζε στις καρδιές των αναγεννημένων Ελλήνων.
  Ο δεκαπεντάχρονος Νικήτας, παρακολουθούσε έκθαμβος όσα πρωτόγνωρα διαδραματίζονταν στη μικρή φτωχική κωμόπολη, που τα τελευταία τέσσερα χρόνια ο παππούς του αποκαλούσε, με περίσσιο καμάρι, «η πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους».
  Πριν χαράξει η αυγή είχαν σταθεί οι δυο τους στον περίβολο του καθεδρικού ναού της Αγίας Ειρήνης, προκειμένου να μην χάσουν ούτε λεπτό από την άφιξη των υψηλών προσώπων που θα παρακολουθούσαν τη Δοξολογία. Οι κανονιοβολισμοί που είχαν πριονίσει τον αέρα, «είκοσι και ένας προς τιμήν του έτους της εθνεγέρσεως» όπως είχε αναφωνήσει ένας κουμπουροφόρος ζωσμένος με το δερμάτινο σελάχι του, ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα μιας ημέρας που θα στόλιζε σαν παράσημο τις καρδιές όλων.
  Ομοίαζε με γάργαρο ποτάμι τώρα η οδός Αιόλου, κατάγεμη από ανθρώπους που βαστούσαν στα χέρια τους κυανόλευκες σημαίες και τραγουδούσαν ηρωικά άσματα και θούρια. Η βασιλική άμαξα και οι επίσημοι, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της θρησκευτικής τελετής, είχαν αποχωρήσει από την Εκκλησιά, με κατεύθυνση την πλατεία μπροστά από το πρόχειρο Παλάτι ενώ ξοπίσω τους είχαν ξεχυθεί χιλιάδες κάτοικοι της Αθήνας και χωρικοί των περιχώρων της Αττικής.
  «Είναι ευλογία από τον Μεγαλοδύναμο Θεό, αυτό που ζούμε σήμερα, γιε μου», σχολίασε ο παππούς τη στιγμή που έφταναν κοντά στην αψίδα που είχε στήσει ο Δήμος των Αθηναίων ειδικά για την περίσταση. «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης λέγει ότι “τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι”. Έτσι όλοι μαζί, μονιασμένοι, τιμούμε ετούτην την εθνικήν εορτήν. Ο Βασιλέας Όθωνας και η Βασίλισσα Αμαλία, η κυβέρνηση και ο κλήρος, οι φουστανελοφόροι αγωνιστές και οι δάσκαλοι του γένους, ενώνουν την υπερηφάνειά τους με αυτήν του απλού λαού, δοξάζοντας την λευτεριά», συμπλήρωσε με φωνή ραγισμένη από την εθνική έξαρση.
  «Όμως, θα είμαστε για πάντα λεύτεροι παππού;», ψέλλισε ο αμούστακος νέος.
Έπαψε αίφνης το βήμα του ο σεβάσμιος γέροντας, άφησε το βλέμμα του να σκαρφαλώσει μέχρι την κορυφή του λόφου της Ακροπόλεως και σαν να απευθυνόταν στον ίδιο τον Παρθενώνα, αποκρίθηκε: «Η ελευθερία είναι ένα δένδρο που γυρεύει αδιάκοπα νερό. Η γενιά του ’21 το πότισε με το αίμα της, το βόηθησε να ανθίσει και να θεριέψει όταν όλος ο υπόλοιπος κόσμος το πίστευε ξερό. Ξέρεις γιατί γιε μου; Γιατί βαστήξαμε άσβεστη την ελπίδα. Τώρα πια, είναι εις τα δικά σας χέρια, εις τα χέρια της Ελληνικής νεολαίας, να μην αφήσετε ποτέ το δέντρο της λευτεριάς να μαραθεί. Με φάρο τους ήρωες της Επανάστασης και την φλόγα της ελπίδας εις την ψυχή σας. Γιατί να θυμάσαι πάντα τούτο: έθνος χωρίς μνήμη κι ελπίδα, είναι έθνος καταδικασμένο να πεθάνει».
  Οι βροντεροί ήχοι από τους ζουρνάδες και τα νταούλια που αντήχησαν ξαφνικά σε ολόκληρη την Αθήνα, τύλιξαν με το βαρύ πέπλο τους τις τελευταίες λέξεις του παππού και τις σκόρπισαν στον άνεμο. Το σύνθημα της έναρξης του λαϊκού πανηγυριού, έγινε δεκτό με ιαχές από το πολύχρωμο ανθρώπινο μωσαϊκό που σκέπαζε κάθε σπιθαμή γης, τα χέρια υψώθηκαν κραδαίνοντας κλωνάρια δάφνης σε ένδειξη τιμής για τους μπαρουτοκαπνισμένους του Αγώνα που χόρευαν τώρα αγκαλιασμένοι.
  Σαν βέλος διέσχισε το πλήθος η λεπτοκαμωμένη φιγούρα μιας ηλικιωμένης γυναίκας που ρίχτηκε με ορμή πάνω στον κύκλο των χορευτών και μπαίνοντας ανάμεσα στους δύο  πρωτοστατούντες αναφώνησε: «Σταματήστε! Σήμερον δικαιούμαι κι εγώ να χορέψω κι ίσως περισσότερο από σας, διότι απώλεσα εις τον περί ανεξαρτησίας αγώνα δύο ανδρείους αδελφούς και τον υιό μου».
  Στράφηκε απορημένος προς τον παππού του ο Νικήτας, πρόφτασε να δει ένα δάκρυ να στάζει από τα γέρικα βλέφαρά του και να σκαλώνει στην καλοφροντισμένη γενειάδα του. «Κλαίτε;», άστραψε στο πρόσωπό του η έκπληξη, μην έχοντας δει ξανά στην ζωή του άνδρα να δακρύζει.
  «Τι λόγια είναι τούτα ωρέ;» αντέδρασε ντροπιασμένος εκείνος. «Δεν κλαίγω. Γυαλίζουν τα μάτια μου από το σέβας για τον χορό αυτής της λευκόμομης γυναίκας».   
 «Τηνε ξέρετε παππού;»« Άμα τηνε ξέρω; Είναι μια Λέκκαινα! Μενιδιάτισσα από την ένδοξη γενιά των Λεκκαίων που θυσιάστηκαν όλοι τους υπέρ πίστεως και πατρίδος».
 «Μα είναι γυναίκα και θρηνεί. Χορεύουν οι γυναίκες; Χορεύουν οι άνθρωποι όταν πενθούν;», σάστισε ο νέος.
 «Όταν πενθούμε τους ήρωες μας, ναι!, οι Έλληνες χορεύουμε. Σαν θα μεγαλώσεις θα καταλάβεις ότι πολλά από όσα κάνουμε τα τέκνα ετούτης της μικρής αλλά αριστοτόκου χώρας, και τα καλά και τα κακά, δεν συναντώνται πουθενά αλλού εις την οικουμένη. Γι αυτό κάποιοι μας αποκαλούν τρελούς. Έτσι μας είπαν και δεκαεπτά χρόνια πριν, τότε που μια φούχτα αξιοδάκρυτων ραγιάδων υψώσαμε το ανάστημα μας εις τους Τούρκους διεκδικώντας την ιερή ελευθερία μας. Μα τώρα που το συλλογιέμαι, ίσως τελικά τότε να είχανε δίκαιο. Ίσως “ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμεν την Επανάστασιν».

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

* Το διήγημα με τίτλο "Ο χορός της λευκόκομης Λέκκαινας" αποτελεί την πρώτη μου απόπειρα να ασχοληθώ με ένα είδος τόσο γοητευτικό και δύσκολο συνάμα. Το φοβόμουν το διήγημα κι αυτός ο φόβος με έκανε να το αποφεύγω και να αναβάλλω διαρκώς για αργότερα την απόπειρα να το προσεγγίσω συγγραφικά.

Ο διαγωνισμός διηγήματος που διοργάνωσε το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο την περασμένη Άνοιξη, με αφορμή τον επετειακό εορτασμό των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, σε συνδυασμό με το υψηλό επίπεδο της κριτικής επιτροπής, ήταν αυτά που με έκαναν να... τολμήσω.

Οι όροι του διαγωνισμού, σαφείς:
Ένα πρωτότυπο διήγημα, αυστηρά μέχρι 821 λέξεις, στο οποίο να γίνεται χρήση της φράσης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη «Αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμεν την επανάστασιν».

Δεν κέρδισα κάποια διάκριση- δεν ήταν αυτός ο στόχος μου, σας ορκίζομαι! Κέρδισα όμως κάτι πολύ σημαντικό. Νίκησα τον φόβο μου για το διήγημα. Ή πιο σωστά, ΣΧΕΔΟΝ τον νίκησα. Μου μένει άλλο ένα, τελευταίο βήμα: Να μοιραστώ το "παιδί" μου μαζί σας. 

Δικό σας, λοιπόν!

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

10 Νοε. 2019

Το προηγούμενο βιβλίο της Κλαίρης Θεοδώρου "Άλικες Σιωπές", ήταν ένα από τα πιο δυνατά βιβλία που διάβασα το 2018. Όταν έμαθα ότι "Οι κόρες της βασίλισσας", αποτελούν τη συνέχεια του, ένα ερώτημα γεννήθηκε αυθόρμητα μέσα μου: Γιατί; Οι "Άλικες Σιωπές" ήταν ένα έργο τόσο πλήρες, που δεν μου είχε αφήσει κανένα κενό ή απωθημένο. Προς τι λοιπόν η συνέχεια;, αναρωτιόμουν.

Η απάντηση που μου έδωσαν "Οι κόρες της βασίλισσας", είναι αποστομωτική!

Το βιβλίο της Κλαίρης Θεοδώρου, είναι πολλά περισσότερα από την αυτοτελή συνέχεια του προηγούμενου. Ένα ιστορικό μυθιστόρημα που πιάνει το νήμα από το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου και το οδηγεί σε μονοπάτια αναπάντεχα, το απογειώνει, ανατρέποντας κάθε έννοια "αναμενόμενου".

Πρωταγωνίστριές του, οι δίδυμες κόρες του ζευγαριού που αγαπήσαμε στις "Άλικες Σιωπές". Η Ρόζα και η Μαργαρίτα. Δύο κορίτσια "δεμένα" με αυτόν τον σπάνιο δεσμό αίματος των δίδυμων παιδιών, δύο αδελφές που μεγαλώνουν μακριά η μία από την άλλη, γιατί έτσι το αποφάσισαν εκείνοι που χαράζουν τις μοίρες των λαών. 

Η Ρόζα, στη Θεσσαλονίκη. Σε μία από τις Παιδοπόλεις που δημιούργησε η βασίλισσα Φρειδερίκη για να σώσει τα ανταρτόπληκτα Ελληνόπουλα από τους κομμουνιστές που θα τα άρπαζαν, θα τα μετέφεραν σε άλλες χώρες και θα τα ανέτρεφαν με τα "κακά" αριστερά ιδεώδη. Και η Μαργαρίτα, στη Ρουμανία. Σε μια Παιδόπολη που μεγάλωνε τα παιδια με τρόπο που θα τα έκανε χρήσιμα "στο κόμμα" και την εξάπλωση των αριστερών ιδεών του. Δύσκολη ιστορία, η προσέγγισή της απαιτεί ακροβατικό ταλέντο και η Κλαίρη Θεοδώρου αποδεικνύεται εξαιρετική ακροβάτης, τηρώντας ίσες αποστάσεις με μαθηματική ακρίβεια.

Η πλοκή του βιβλίου γίνεται ακόμη πιο συναρπαστικη από τη στιγμή που οι δυο δίδυμες αδελφές αφήνουν το προστατευμένο περιβάλλον των Παιδουπόλεων και μεταφέρονται στις ανάδοχες οικογένειές τους. Τη στιγμή που η αγκαλιά της "μαμάς πατρίδας" παραχωρεί τη θέση της σε εκείνη των θετών γονιών. Στη Νέα Υόρκη η Ρόζα, στο Βουκουρέστι η Μαργαρίτα, αν και αγνοούν η μία την ύπαρξη της άλλης, η απόσταση ανάμεσά τους εκμηδενίζεται χάρη στο τόσο γοητευτικό, μεταφυσικό, δέσιμο των διδύμων. 

Η ιστορία εξελίσσεται με τρόπο που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη, τα συναισθήματα εναλλάσσονται, η αγωνία κορυφώνεται σελίδα τη σελίδα, η απαίτηση να συναντηθούν, επιτέλους, τα δυο κορίτσια γίνεται βασανιστική. Θα τα καταφέρουν; Και με ποιό τίμημα; Το μόνο που θα σας πω είναι ότι και σε αυτό το σημείο, η συγγραφέας κάνει τη διαφορά!

Δεδομένου ότι δεν γράφω "κριτικές" για βιβλία, αλλά μόνο προτείνω έργα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου και αγγίζουν την ψυχή μου, θέλω να δώσω κάποια προσωπικά tips σε όσους κάνουν στον εαυτό τους το δώρο να διαβάσουν το "Οι κόρες της βασίλισσας":

α. Ο τρόπος που ζωντανεύει η συγγραφέας τη σχέση των δίδυμων παιδιών, είναι καθηλωτικός!

β. Οι περιγραφές που υπάρχουν για τις Παιδοπόλεις των Ανατολικών Δημοκρατιών, είναι από τις καλύτερες που έχω διαβάσει για το θέμα.

γ. Τα ιστορικά, κοινωνικά και λαογραφικά στοιχεία των περιοχών όπου ζουν οι δύο ηρωίδες, απογειώνουν το μυθιστόρημα. 

δ. Ο αμφιλεγόμενος χαρακτήρας της Μελισσάνθης και οι ιστορίες της, αξίζουν την προσοχή σας.  

ε. Τα αιμοδιψή στριγκόι της Ρουμανίας ξετρελαίνουν, χωρίς να τρομάζουν.

Και κάτι τελευταίο: τη Μαργαρίτα, την αγάπησα λίγο πάραπάνω από τη Ρόζα. Για λόγους που όταν θα διαβάσετε το βιβλίο, μπορεί να καταλάβετε. Μπορεί και όχι...

Κλαίρη Θεοδώρου, χαίρομαι που έκανα λάθος. Οι "Άλικες Σιωπές" σου, άξιζαν να συνεχιστούν και να ανεβάσουν ακόμη πιο ψηλά τον πήχη της συγγραφικής σου δεινότητας. "Οι κόρες της βασίλισσας" ξεπέρασαν κατά πολύ τις προσδοκίες μου!

Το βιβλίο "Οι κόρες της βασίλισσας" της Κλαίρης Θεοδώρου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

26 Οκτ. 2019

Δεν θυμάμαι να έχω γράψει πιο σύντομη άποψη για βιβλίο, όσο για το "Ανάρμοστον εστί" της Ειρήνης Βαρδάκη: ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ! Αυτή είναι η άποψή μου. Διατυπωμένη σε προστακτική και με κεφαλαία γράμματα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ εσείς που αγαπάτε τη λογοτεχνία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ κι εσείς που δεν έχετε ξαναδιαβάσει ποτέ βιβλίο στη ζωή σας και θέλετε να κάνετε τώρα την αρχή.

Προσωπικά, δεν το τελείωσα σε μια νύχτα. Ούτε σε δύο. Δεν με ένοιαζε "τι γίνεται παρακάτω". Δεν βιαζόμουν να το τελειώσω. Ήθελα να απολαύσω την ιδιοφυή ιδέα της δημιουργού και την ευφυή γραφή της. 

Αν το διαβάσατε ήδη και σας παρέσυρε ο χείμαρρος των εξελίξεων, βάλτε το σε μια άκρη της βιβλιοθήκης σας και με την πρώτη ευκαιρία, ξαναΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ!

Ειρήνη Βαρδάκη, ανέβασες μόνη σου τον πήχη πολύ ψηλά για τον ίδιο σου τον εαυτό. Διαισθάνομαι όμως πως η αναρρίχηση προς την κορυφή μόλις ξεκινάει! Μπράβο κορίτσι μου! Μπράβο!

Το "Ανάρμοστον Εστί" της Ειρήνη Βαρδάκη, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις BELL

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

 

13 Σεπ. 2019

"Το ταξίδι στη Βενετία", είναι η Λένα Μαντά στα καλύτερά της". Αυτή ήταν η συντομότατη και περιεκτικότατη κριτική της μητέρας μου για το νέο μυθιστόρημα της Λένας Μαντά, που αυτομάτως ανέβασε ψηλά τις προσδοκίες μου, πριν ακόμη το πιάσω στα χέρια μου. Ολοκληρώνοντας αργά χθες το βράδυ την ανάγνωσή του, ταυτίστηκα τόσο με τη φράση που αποφάσισα να την κάνω τίτλο του άρθρου μου.

Ναι! "Το ταξίδι στη Βενετία", ΕΙΝΑΙ η Λένα Μαντά στα καλύτερά της! Θα μπορούσα να αναφέρω πολλούς λόγους για να στηρίξω την άποψή μου. Την αμεσότητα της γραφής, την πλοκή, τις ανατροπές, τις συγκινήσεις, τα μηνύματα, το φινάλε... Θέλω όμως να μοιραστώ μαζί σας, τρία λίγο πιο ιδιαίτερα στοιχεία, που καθιστούν το βιβλίο ξεχωριστό.

Στοιχείο πρώτο: το βιβλίο είναι γραμμένο στην ίδια λογική με "Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι", αλλά... "Το ταξίδι στη Βενετία" μεταφέρει στις αποσκευές του, την εμπειρία των 12 χρόνων που μεσολάβησαν από "Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι". Εμπειρία συγγραφική και ζωής, που η δημιουργός καταθέτει στις σελίδες του. Θα σας εξομολογηθώ ότι κάποιες στιγμές ένιωσα ότι πρόκειται για ένα reunion ηρωίδων της Λένας Μαντά. Σαν να διέκρινα στην ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστριών του βιβλίου, μικρά, ανεπαίσθητα χαρακτηριστικά όλων των προηγούμενων γυναικών που κατά καιρούς έχουν "ζωντανέψει" από την πένα της (και, μεταξύ μας, σκέφτηκα ότι θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον ένα τέτοιο έργο. Για φανταστείτε τη Θεανώ να συναντιέται με τη Ντάτα, τη Μυρσίνη με την Κατερίνα...).

Στοιχείο δεύτερο: το "Ταξίδι στη Βενετία" είναι ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα. Η συγγραφέας δεν ακολούθησε την απλοϊκή (και ασφαλέστατη!) συνταγή που λέει "λίγους ήρωες για να τους καταλαβαίνει ο αναγνώστης", αλλά τόλμησε να γράψει ένα έργο σύνθετο, με επίκεντρο τη γυναίκα. Τη γυναίκα μάνα, φίλη, σύζυγο, ερωμένη, τη γυναίκα που διεκδικεί κι εκείνη που υπομένει, τη γυναίκα που κάνει λάθη και πληρώνει το τίμημα... Τρεις κεντρικές ηρωίδες, Πηνελόπη, Ιφιγένεια, Μάνια, ψυχογραφημένες στη λεπτομέρειά τους και μία (κατά την κρίση μου) απόλυτη πρωταγωνίστρια: η Βενετία. Όχι η πόλη των γονδολιέρηδων, αλλά μια γυναίκα φύλακας-άγγελος για τα τρία κορίτσια, μια μάνα-καρδιάς που καθοδηγεί χωρίς να παρεμβαίνει, νουθετεί χωρίς να κατευθύνει. Σε πολλά σημεία του βιβλίου, σκέφτηκα ότι η Βενετία θα μπορούσε να μην είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο, αλλά ένα "αόρατο χέρι", ένα "φως", που χαράζει φωτεινά μονοπάτια στις ζωές των ηρωίδων.

Στοιχείο τρίτο: ο τρόπος που η Λένα Μαντά ενσωματώνει τα κοινωνικά στοιχεία της κάθε εποχής στην ιστορία της. Μού θύμισε αυτές τις "επιμελώς ατημέλητες" εμφανίσεις μεγάλων star του κινηματογράφου, που δημιουργούν την ψευδαίσθηση του "κοριτσιού της διπλανής πόρτας", όμως από πίσω τους κρύβουν ατελείωτες ώρες σκληρής και άκρως επαγγελματικήςπροετοιμασίας. Κάτι ανάλογο πετυχαίνει η συγγραφέας στο "Ταξίδι στη Βενετία". Χωρίς να γίνεται αντιληπτό από τον αναγνώστη, τον μεταφέρει από δεκαετία σε δεκαετία με όχημα μια λέξη, μια χαρακτηριστική ατάκα που σε ανύποπτο χρόνο ανταλλάσουν μεταξύ τους οι ήρωες, κάνοντας το έτσι να φαίνεται εύκολο. Πιστέψτε με, κάθε άλλο παρά αυτό είναι... 

Αν νομίζετε ότι η Λένα Μαντά έγραψε απλώς για ένα... ταξίδι στη Βενετία, γελιέστε! Το "Ταξίδι στη Βενετία" είναι μια περιήγηση σε ένα από τα πλέον πολυδαίδαλα σπήλαια αυτού του κόσμου: τη γυναικεία υπόσταση. Και αυτός, είναι άλλος ένας λόγος που αξίζει να το διαβάσετε!

"Το ταξίδι στη Βενετία" της Λένας Μαντά, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

 
22 Ιουλ. 2019

Είχα ακριβώς 3 μήνες να πιάσω βιβλίο στα χέρια μου. Ο φόρτος εργασίας, δεν μού άφηνε περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες και κάπως έτσι η λίστα με τα αδιάβαστα που "θέλω να διαβάσω οπωσδήποτε", άρχισε να γέρνει επικίνδυνα στο ειδικό ράφι της βιβλιοθήκης μου.

Κάνω αυτή την περιττή, φαινομενικά, εισαγωγή, για να τονίσω ότι το "Τσερνόμπιλ: Ένα χρονικό του μέλλοντος" ήταν η πρώτη αναγνωστική απόλαυση που χάρισα στον εαυτό μου μετά από καιρό. Αν και "διψασμένη", στάθηκε ανέφικτο να το διαβάσω "μέσα σε 2 νύχτες" όπως με είχαν προετοιμάσει διάφορες διαδικτυακές κριτικές.

Δεν άντεχα να το κάνω αλλά - το κυριότερο- ένιωθα ότι δεν είχα το δικαίωμα να το κάνω από σεβασμό στο περιεχόμενο του. 

Εκατό προσωπικές μαρτυρίες των θυμάτων της φρίκης του Τσερνόμπιλ,  "άντρες, γυναίκες, παιδιά, χωρικοί, στρατιώτες, µαθητές, πυροσβέστες, επιστήµονες, µελλοθάνατοι και συγγενείς µελλοθανάτων, µητέρες που γέννησαν παραµορφωµένα παιδιά, µαθητές που δε συναντιούνται πια στο σχολείο µα σε µονάδες λευχαιµικών ασθενών, αγρότες που ξεριζώθηκαν από την απαγορευµένη ζώνη, γονιοί που θάψαν τα παιδιά τους, γυναίκες που είδαν τους άντρες τους να λιώνουν ζωντανοί πριν πεθάνουν, γέροντες που αναθυµούνται τις παλιές προφητείες, κορίτσια που κρύβουν την καταγωγή τους γιατί αν την αποκαλύψουν δε θα βρουν σύντροφο στη ζωή τους".

Πώς να τα διαβάσεις όλα αυτά "σε 2 νύχτες;". Δεν είναι ένα βιβλίο για να περάσεις καλά το "Τσερνόμπιλ". Είναι "ένα χρονικό του μέλλοντος" που κόβει την ανάσα, εκατό δυνατά χαστούκια στα μούτρα του αναγνώστη (ζητώ συγγνώμη, αλλά δεν βρίσκω κάποιον πιο κόσμιο τρόπο να εκφράσω αυτό που βίωσα), ένα ανθρώπινο έγκλημα που επηρέασε εκατομμύρια ζωές σε όλο τον πλανήτη, υποθηκεύοντας το αύριο χιλιάδων αγέννητων, τότε, παιδιών. Αν αναζητάτε αυτά στις σελίδες ενός βιβλίου, τότε σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Νομίζω πως είναι ένα από τα πιο δυνατά έργα του 20ου αιώνα (πρώτη έκδοση 1997).

Κλείνοντας, θέλω να αναφερθώ σε κάτι που "ζήλεψα" στην συγγραφέα Σβετλάνα Αλεξίεβιτς (βραβείο Νόµπελ Λογοτεχνίας 2015): διαθέτοντας ένα πολύ υψηλό επίπεδο γραφής, επέλεξε συνειδητά το ρόλο του "ακροατή" και μετέφερε στον αναγνώστη τις εκκωφαντικές μαρτυρίες, χωρίς παρεμβάσεις, χωρίς σχολιασμούς που θα τόνωναν το συγγραφικό εγώ της.

«Μαγνητοφωνώντας τους, είχα την αίσθηση πως ηχογραφώ το µέλλον».

Αυτή είναι η μοναδική δική της µαρτυρία µέσα στο βιβλίο...

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com