Το blog μου

20 Νοε. 2017

Women typing on the notebook

Ήταν πάντα εδώ, αλλά με την εκτόξευση του διαδικτύου πήραν διαστάσεις μάστιγας. Ίσως να έχουν πολλούς ορισμούς, εγώ τους αποκαλώ "συμψηφιστές". Είναι οι τύποι που κάθονται όλη μέρα μπροστά στην οθόνη τους έτοιμοι να ακυρώσουν κάθε πράξη, άποψη ή προσπάθεια, συγκρίνοντάς την με κάποια άλλη, σχετική ή άσχετη.

"Πρέπει να βοηθήσουμε όλοι προσφέροντας ό,τι μπορούμε στους πλημμυροπαθείς", γράφεις.
"Ναι, για να τα φάνε κι αυτά όπως έφαγαν τα λεφτά των θυμάτων της πυρκαγιάς στην Ηλεία", σου απαντά ο "συμψηφιστής".
"Τι σχέση έχει αυτό τώρα; Οι άνθρωποι της Δυτικής Αττικής ζούνε μέσα στις λάσπες κι εσύ μου λες για κάτι που έγινε πριν από 10 χρόνια;" αντιδράς.
"Τους βαρέθηκα όλους. Να κόψουν το κεφάλι τους!" έρχεται το... ατράνταχτο επιχείρημα και κάπως έτσι στο όνομα του "συμψηφισμού" των φονικών πυρκαγιών του 2007 σου "αφαιρείται" το δικαίωμα να θέλεις να βοηθήσεις τους πλημμυροπαθείς του 2017!

Γράφεις ένα σχόλιο, για κάποιο δημόσιο πρόσωπο που δηλώνει δημοσίως μετανιωμένο γιατί στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές.
"Τώρα το θυμήθηκε! Όταν έτρωγε τις επιχορηγήσεις για το θέατρό του δεν μας τα έλεγε αυτά...", σου γράφουν.
"Δεν είναι παράνομες οι επιχορηγήσεις. Υπάρχουν και θέατρα που προσφέρουν εξαιρετική δουλειά χάρη σε αυτές. Επιπλέον ο συγκεκριμένος τις λάμβανε επί των προηγούμενων κυβερνήσεων κ τελικά αυτό δεν του αφαιρεί το δικαίωμα να μετανιώνει για μια λανθασμένη επιλογή του", τολμάς να διαφωνήσεις για να γίνεις αποδέκτης (στην καλύτερη περίπτωση) αφορισμών τύπου "στους βολεμένους είσαι κι εσύ, τι περιμένεις;".

Θαυμάζεις τον τρόπο με το οποίο υποδέχονται και στηρίζουν οι Έλληνες ομογενείς τους επιστήμονες που μεταναστεύουν στο εξωτερικό και εκφράζεις την άποψή σου γι αυτό.
"Οι ομογενείς να έρθουν να κάνουν καμιά επένδυση στην Ελλάδα και να πληρωσουν και κανέναν φόρο αντί να κλέβουν τα καλύτερα μυαλά μας", έρχεται η επίθεση από τον συνήθη "συμψηφιστή".
"Γιατί συνδέεις δύο άσχετα μεταξύ τους πράγματα;" σε πνίγει το δίκιο.
"Γιατί αν τόσα χρόνια οι Έλληνες μετανάστες έφερναν τα λεφτά τους στην χώρα μας και τα επένδυαν εδώ δεν θα είχαμε ανάγκη τους γερμανοτσολιάδες", σου απαντάει.
"Ακόμη κι είχες δίκιο, αυτό δεν θα ακύρωνε την στήριξη που προσφέρουν σήμερα στους σύγχρονους μετανάστες για να σταθούν στα πόδια τους στο εξωτερικό!", επιμενεις η θρασύτατη.
"Εμ βέβαια! Εσύ τι θα έλεγες, αφού ο πατέρας σου δούλευε στη Γερμανία και στήριξε τους Ναζι να ανοικοδομήσουν την πατρίδα τους μετά τον Β Παγκόσμιο!", σε αποτελειώνει ο ξερόλας.
"Ο πατέρας μου δούλευε σε φάμπρικα για να επιβιώσει την δεκαετία του '60! Από πού κι ως πού στήριζε τους Ναζί;", κάνεις το λάθος να τραβήξεις κι άλλο την κουβέντα.
"Καλά σε κατάλαβα ότι είσαι από αυτούς", μπαίνει το κερασάκι στην τούρτα του παραλόγου!

Δίνεις τα εύσημα σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα που εν μέσω κρίσης προσφέρει δουλειά σε εκατοντάδες εργαζόμενους και μάλιστα καταβάλλοντας τους μισθούς στην ώρα τους.
"Όταν αποθέωναν τα Μνημόνια αυτοί και οι πουλημένοι όμοιοί τους, δεν σκέφτονταν τους εργαζόμενους", σπεύδει να σε κατακεραυνώσει ο καθ΄έξιν σχολιαστής.
"Ο floor manager που δουλεύει στο μουσικό πρόγραμμα αποθέωνε τα Μνημόνια;", εξανίστασαι η γυναίκα!
"Στην τηλεόραση δούλευε. Είναι συνυπεύθυνος", πληκτρολογείται εν ριπή οφθαλμού η απάντηση του "συμψηφιστή" που φέρνει το τέλος της λογικής.

Προσωπικά, έχω πάψει να ασχολούμαι μαζί τους. Είναι σαφές πως ακόμη κι αν γράψω πόσο όμορφη είναι Μόνικα Μπελούτσι στα 50 της, θα "συμψηφίσουν" την ομορφιά της με το αλβανικό μέτωπο του ΄40, με μοναδικό κριτήριο την Ιταλική καταγωγή της! Λυπάμαι μόνο γιατί διαπιστώνω πως είναι πολλοί. Και κολλημένοι! Σε ένα χθες που φυσικά πονάει, εξοργίζει και πληγώνει όμως αλλίμονο αν το αφήσουμε όλοι να γίνει τροχοπέδη για το αύριο...

"Μιλάς κι εσύ;", είναι σαν να διαβάζω ήδη τα σχόλια τους!

Ναι ρε φίλε. Μιλάω κι εγώ! Εσύ ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ επιτέλους και μιλάς;

Υ.Γ. σκέφτηκα να ρωτήσω "συγγνώμη κύριε ποιός είστε;" αλλά είμαι βέβαιη πως ολο και κάποιος "συμψηφιστής" θα βρεθεί να το συνδέσει με την Κατερίνα Στανίση που έχοντας κάνει διαφήμιση για γνωστό πολυκατάστημα παιχνιδιών, στήριξε εμμέσως πλην σαφώς το κεφάλαιο... Άρα; Δεν έχει δικαίωμα δια να ομιλεί...

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

 

7 Νοε. 2017

Ένα τραγούδι που έφτασε στα αυτιά μου από ένα διερχόμενο αυτοκίνητο, ήταν το έναυσμα για το κείμενο που ακολουθεί: "Δεν έμαθες, δε ρώτησες, οι ντόπιοι να σου πούνε, ποιές είναι οι Πειραιώτισσες και πώς τις κατακτούνε", έλεγε, με την φωνή της Αλίκης Βουγιουκλάκη.

Όσα θα διαβάσετε είναι άκρως υποκειμενικά και τοπικιστικά και ουδόλως επιστημονικά. Αναφέρονται σε μία πολύ ιδιαίτερη κατηγορία γυναικών, που για να τις καταλάβεις και να κατακτήσεις μια θέση στις καρδιές τους, θέλει και κόπο και τρόπο: τις Πειραιώτισσες. Τις γυναίκες που μεγαλώσαμε στον Πειραιά και μέσα από την επαφή με την πόλη μας (μία από τις ομορφότερες του κόσμου) και τους συμπολίτες μας, αποκτήσαμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά στην συμπεριφορά και τον χαρακτήρα μας.

Υπάρχει μία υπεραπλουστευμένη άποψη ότι οι Πειραιώτισσες είναι "μαγκάκια". Μια ιδιότητα που συχνά ταυτίζεται με την αγένεια, την έλλειψη θηλυκότητας, φινέτσας, αγωγής. Όχι, οι Πειραιώτισσες δεν είμαστε τέτοια "μαγκάκια". Είμαστε όμως πλάσματα που μαθαίνουμε από μικρή ηλικία να λέμε την γνώμη μας. Φωναχτά. Άλλες με επιθετικότητα και τσαμπουκά, άλλες με νάζι και καπατσοσύνη, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η Πειραιώτισσα δεν είναι εύκολη συνομιλήτρια. Θα διαφωνήσει μαζί σου, θα επιχειρηματολογήσει, ενίοτε θα σου βγάλει μία γλώσσα μέχρι απέναντι, γιατί έτσι μεγάλωσε. Σε μία πόλη χωρίς "περιοριστικά τείχη", ελεύθερη όσο κι η θάλασσα της.

Επηρεάζει καταλυτικά την ανατροφή ενός κοριτσιού στον Πειραιά, η θάλασσα. Κι αυτό γιατί οι Πειραιώτισσες μεγαλώνουν έξω από τα σπίτια τους, αναπνέοντας την αύρα της Πειραϊκής, του Πασαλιμανιού, της Καστέλλας, του Μικρολίμανου, του Χατζηκυριάκειου, της Δραπετσώνας, του Κερατσινίου, του λιμανιού... (θα εκπλαγείτε αν περπατήσετε το λιμάνι του Πειραιά παρέα με έναν ντόπιο που ξέρει να σας πάει στις μυστικές γωνιές του και να σας συστήσει με τις μοναδικές ομορφιές του).

Όποια έχει περάσει ερωτική απογοήτευση στον Σταυρό,
έχει ερωτευτεί στη Μαρίνα Ζέας,
έχει κολυμπήσει στο Σκαφάκι,
έχει κάνει κούνιες στο Διρό,
έχει περπατήσει στην Πασαρέλα,
έχει μελαγχολήσει στα σκαλάκια της Καστέλλας,
έχει μπει κρυφά σε βαρκάκι στο λιμανάκι του Κερατσινίου,
έχει οδηγήσει ξημέρωμα μέχρι τον έρημο χώρο δίπλα από τα Λιπάσματα της Δραπετσώνας, καταλαβαίνει τι εννοώ...

Σε αλλάζουν οι εικόνες αυτές, σε βοηθούν να ανασάνεις, να ουρλιάξεις, να ξεσπάσεις, να χαρείς, να σπάσεις δεσμά και δεσμεύσεις, αφήνοντας το γαλάζιο να σε πάρει μαζί του, να σε ταξιδέψει όπου λαχταράει η ψυχή σου.

Αυτό το "έξω", η αίσθηση της μεγάλης γειτονιάς, που όλοι πάνω κάτω γνωρίζονται μεταξύ τους, η σιγουριά πως ακόμη κι όταν είσαι "στα πατώματα" ξέρεις πού θα βρεις τον σωστό φίλο χωρίς καν να χρειαστεί να του τηλεφωνήσεις, το "εγώ είμαι εδώ" με το οποίο ανατρέφουν οι Πειραιώτισσες μάνες τα παιδιά τους κι εκείνες τα δικά τους παιδιά, το "τρέχω δίπλα σου" στην χαρά και το πόνο, διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα μιας γυναίκας που μεγαλώνει στον Πειραιά.

Υπάρχει όμως ένας ακόμη παράγοντας που επηρεάζει καταλυτικά τις Πειραιώτισσες: το γεγονός ότι μεγαλώνουμε παρέα με μίαν επίσης μοναδική κατηγορία ανδρών, τους Πειραιώτες. Άξιοι "αντίπαλοι", ζόρικοι συνοδοιπόροι, σε αναγκάζουν από μικρό κοριτσάκι να βάζεις τα δυνατά σου για να τα καταφέρεις, δημιουργώντας σου παράλληλα την ασφάλεια πως ό,τι κι αν συμβεί, αυτοί θα είναι εκεί και θα...καθαρίσουν για σένα. Θέλεις δεν θέλεις!

Μην φανταστεί κανείς ότι δεν έχουμε στραβά και οι μεν και οι δε. Χιλιάδες! Όσα και τα στραβά του Πειραιά μας. Αλλά αυτά, είναι για ενδοοικογενειακή χρήση. Τα λέμε μεταξύ μας, αναθεματίζουμε, θυμώνουμε, βρίζουμε (το ομολογώ!) την πόλη μας, όμως είμαστε έτοιμοι να πέσουμε στην φωτιά για να την υπερασπιστούμε αν κάποιος "ξένος" τολμήσει να κάνει το ίδιο...

Όσο για το "πώς κατακτούνε τις Πειραιώτισσες;" που σας υποσχέθηκα στον τίτλο; Α, αυτό θα πρέπει να το παλέψετε μόνοι σας. Αν τα καταφέρετε, θα δείτε πως άξιζε τον κόπο η ταλαιπωρία.... Γιατί, δεν θα σας πω ψέματα: έχει ταλαιπωρία... Good luck!

Υ.Γ. Στη φωτο μια Πειραιώτισσα, η μαμά μου, με φόντο τον Πειραιά!

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

3 Νοε. 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για παο

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πειραιά και πήγα σχολείο στο 1ο Γυμνάσιο Λύκειο στου Βρυώνη, ένα δημόσιο σχολείο που σίγουρα δεν ήταν ο πιο "φιλικός" χώρος για ένα ξανθό κοριτσάκι με γκρίζα ματάκια. Απο νωρίς κατάλαβα οτι για να "επιβιώσω" έπρεπε να βάλω μπροστά το μυαλό μου και να αφήσω στην εμφάνιση τον ρόλο που της άξιζε: τον διακοσμητικό.

Σήμερα στα 47 μου, ξέρω πως τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο στην προσωπικότητα και τον χαρακτήρα μου αν δεν είχα περάσει από αυτό το ευλογημένο δημόσιο σχολείο του Πειραιά που με έμαθε οτι τίποτα δεν σου χαρίζεται αν δεν το διεκδικήσεις. Όσο ωραία μάτια κι αν έχεις..

Παρένθεση: Ο Πειραιάς, στα δικά μου μάτια φάνταζε παντα σαν νησί. Το γεγονός οτι πρακτικά συνδέεται με την "στεριά" δεν ήταν ποτέ ικανό να του στερήσει τα βασικά χαρακτηριστικά ενος νησιού: βρέχεται από (Την) θάλασσα, οι κάτοικοι του νιώθουμε κατά μια έννοια συγγενείς, έχουμε κοινά χούγια, κουσούρια και χαρίσματα, πηγαίνουμε παντού με τα πόδια και καθε φορά που πρέπει να βρεθούμε εκτός της "νήσου" αισθανόμαστε σαν να πηγαίνουμε "εκδρομή". Οκ, μπορεί να μην επιβιβαζόμαστε σε πλοία αλλά σε τροχοφόρα, όμως ας είμαστε ειλικρινείς : καθε Πειραιώτης που σέβεται τον εαυτό του, όταν πρόκειται να ταξιδέψει μέχρι την Κηφισιά, τις κάνει τις προμήθειες σε νερό και ξηρά τροφή/γκοφρέτες. Κλείνω την παρένθεση...

Σε αυτο το υπέροχο λοιπόν νησί, ένα από τα ωραιότερα της Ελλάδας, γεννήθηκα και μεγάλωσα και στα 11 μου χρόνια βρέθηκα αντιμέτωπη με ένα τιτάνιο πρόβλημα: ερωτεύτηκα σφόδρα τον αιώνιο εχθρό. Τον Παναθηναϊκό. Με πατέρα γέννημα θρέμμα Παγκρατιωτη, που "μετανάστευσε" στον λιμάνι για χάρη της Αγιοβασιλιωτισσας μητέρας μου, το πράσινο dna ξύπνησε μέσα μου και με οδήγησε στον απαγορευμένο έρωτα.

Εμφύλιο πόλεμο είχαμε στο πατρικό μου καθε Κυριακή, με εναν αδελφό που στο αίμα του κυλάνε γαύροι κι εμένα τρελή βαζελα να κρεμάω στα κάγκελα του μπαλκονιού την πράσινη σημαία. Μα το μεγάλο δράμα ξημέρωνε καθε Δευτέρα:

"Μην βάλεις παιδί μου πράσινη μπλούζα στο σχολείο και κυρίως μάζεψε τη γλώσσα σου" με χιλιοπαρακαλούσε η μάνα μου αλλά εγώ στον κόσμο μου. Καμαρωτή καμαρωτή περνούσα την πόρτα του σχολείου ντυμένη σαν κάμπια για να συναντήσω τη μοναχική πράσινη Χριστίνα, την φίλα προσκείμενη Νεκταρία και τους λιγοστούς συναγωνιστές, μονίμως έτοιμη για επίθεση ανεξάρτητα απο τα αποτελέσματα των αγώνων.

Ούτε μια φορά δεν ένιωσα να κινδυνεύω λόγω των πράσινων αθλητικών πιστεύω μου καθώς οι αντιπαραθέσεις ηταν πάντα λεκτικές. Και ποτέ, μα ποτέ όμως, σεξιστικές. Έχω ακούσει βρισιές που δεν φανταζόμουν πως υπάρχουν κι έχω μάθει να "τα βάζω" με το οργισμένο ερυθρόλευκο πλήθος που με αντιμετώπιζε παντα σαν "εχθρό" αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ήμουν κορίτσι. Το πρόβλημα τους ήταν πως ήμουν Παναθηναϊκός.

Αυτός ειναι και ο λόγος που αποφάσισα να γράψω αυτο το κείμενο. Μεγαλώνοντας χρειάστηκε να προσπαθήσω πολλές φορές να αποδείξω ότι μια (ωραία) γυναίκα μπορεί να κάνει ο.τι ακριβώς κι ένας ικανός άντρας και συχνά να το κάνει πολύ καλύτερα από αυτόν. Εισέπραξα υπονοούμενα, λοξά βλέμματα , αμφισβήτηση, ακόμη και απο ανθρώπους με πολυ υψηλό μορφωτικό ή /και κοινωνικό στάτους. Και καθε φορά έρχονταν στο νου μου οι λατρεμένοι παιδικοί φίλοι και συμμαθητές απο τον Πειραιά που δεν με ανάγκασαν ποτέ να αποδείξω τίποτα.

Αναγνώρισαν αμέσως το δικαίωμα μου να αγαπώ και να παρακολουθώ ποδόσφαιρο και με "σφυροκόπησαν" ανελέητα όχι για το φύλο μου, αλλά για την επιλογή μου να πάω στο "λάθος" γι αυτούς στρατόπεδο. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να εκτιμήσω την αντρίκια, Πειραιώτικη, συμπεριφορά τους και νομίζω πως είναι ωρα να τους πω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Γιατί με έμαθαν, χωρίς να το γνωρίζουν, να υπερασπίζομαι τις επιλογές μου, να μην φοβάμαι να ξεχωρίσω απο τους πολλούς, να εκφράζω δυνατά τις προτιμήσεις μου και να επιβιώνω στα (πολύ) δύσκολα.

Πίστεψτέ με: ένα κορίτσι που στην εφηβεία του πηγαίνει σε δημόσιο σχολείο του Πειραιά, μια μέρα πριν ή μετά απο το ντέρμπι των αιωνίων, φορώντας το τριφύλλι στο στήθος, ελάχιστα πράγματα μπορεί να το τρομάξουν στην ενήλικη ζωή του!

Η θολή φωτογραφία που ανάρτησα είναι απο το εφηβικό μου δωμάτιο. Στην κορυφή της βιβλιοθήκης μου υπήρχε παντα το κασκόλ και η σημαία του Παναθηναϊκού και μαζί τους η αγαπημένη μου μαυρουλα κούκλα ντυμένη στα ερυθρόλευκα. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και στην καρδιά μου.: όπως δεν θα άλλαζα ποτέ ομάδα, έτσι δεν θα άλλαζα με τίποτα και την ευτυχία και την τιμή να μεγαλώσω στον Πειραιά με φιλους Ολυμπιακούς.

Υ.Γ. "Καλά θα γράψεις τωρα δημοσίως για τον Παναθηναϊκό στην κατάσταση που βρίσκεται;" μου σχολίασε ένας δικός μου άνθρωπος. Φυσικά και θα γράψω! Ο Παναθηναϊκός δεν είναι για "τωρα", "χθες" ή "αύριο". Δεν ειναι η διοίκηση, οι παίκτες ή η βαθμολογική του θέση. Ο Παναθηναϊκός είναι έρωτας!! Απο εκείνους τους σπάνιους,που κρατάνε για πάντα!!

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com


Follow me on facebook
30 Οκτ. 2017

Δεν ήμουν πάντα έτσι. Μου εμφανίστηκε αμέσως μετά τη γέννηση του γιου μου, εκεί γύρω στα 23 μου χρόνια. Στην αρχή με ενοχλούσε να είναι τα ρούχα κρεμασμένα στην ντουλάπα με τυχαία σειρά. Ήθελα να τα βλέπω ανά χρώμα. Τα μαύρα με τα μαύρα, τα λευκά με τα λευκά και τα πολύχρωμα παρέα. Με τις κρεμάστρες να αγκαλιάζουν την μεταλλική μπάρα πάντα με την ίδια φορά: το γαντζάκι να κοιτάζει προς τα μέσα (μην λέμε και τα αυτονόητα...).

Στη συνέχεια έκανε την εμφάνισή της η ενόχληση του... χαρτιού υγείας. Σε σπίτια, καφετέριες, εστιατόρια, ξενοδοχεία, τσουπ μια τρελή άλλαζε θέση στα χαρτιά υγείας ώστε να ξετυλίγονται από πάνω προς τα κάτω (και μην ανοίξουμε τέτοια συζήτηση γιατί δεν το διαπραγματεύομαι).

Ακολούθησε το μέγα ζήτημα των παπουτσιών! Πολλά παπούτσια (λόγω μπαμπά τσαγκάρη και μανίας να μην τα πετάω ποτε...) που έστεκαν μπερδεμένα στην ντουλάπα μου και μου προκαλούσαν πονοκέφαλο. Ευτυχώς το παυσίπονο βρέθηκε σύντομα: τα φωτογράφισα ανά ζευγάρι, τα έκλεισα σε δικό τους λευκό κουτί το καθένα και κόλλησα και την σχετική φώτο απ έξω, να έχω το κεφάλι μου ήσυχο!

Κάπου εκεί, η μπάλα χάθηκε και οι ιδεοψυχαναγκασμοί (ναι, έχουν και επιστημονικό όνομα τα πουλάκια μου) πολλαπλασιάστηκαν με καταιγιστικούς ρυθμούς, σαν τα ληξιπρόθεσμα χρέη των Ελλήνων ένα πράγμα:

Τα διακοσμητικά αντικείμενα στο σπίτι έπρεπε να είναι πάντα συμμετρικά στολισμένα.

Το κρεβάτι στρωμένο σαν να περίμενα επιθεώρηση λόχου.

Όλα (μα όλα) τα πράγματα τακτοποιημένα σε συρτάρια και κουτάκια (πολλά κουτάκια)...

Οι κάλτσες τοποθετημένες σε μπαλίτσες η μία δίπλα στην άλλη (ξεκινώντας από τις σκούρες προς τις ανοιχτόχρωμες).

Όσο για τους πίνακες... Τι εφιάλτης κι αυτός! Οι πίνακες έπρεπε α-πα-ραί-τη-τα να είναι ίσια κρεμασμένοι στους τοίχους. Όχι μόνο στους δικούς μου τοίχους. Σε όλους τους τοίχους! Ακόμη και του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη.

Πηγαίναμε να φάμε σε εστιατόρια και αν το μάτι μου έπιανε έναν στραβό πίνακα, βασανιζόμουν όλη νύχτα. Συνήθως αναγκαζόμουνα να αλλάξω θέση και να κάνω ότι δεν τον βλέπω, όχι γιατί δεν ήθελα να πάω να τον ισιώσω αλλά γιατί με αγριοκοιτάζανε ο άντρας μου κι ο γιος μου.

Νομίζω πως η συγκατοίκηση μαζί τους ήταν αυτή που τελικά με έσωσε από τα χειρότερα (λογικά υπάρχουν και χειρότερα, ε;). Δυο τύποι εντελώς χύμα μέσα στο σπίτι που βρίσκουν πολύ πρακτικό να μένουν τα ρούχα τους πάνω στην καρέκλα (για πάντα!), ενώ θεωρούν χάσιμο χρόνου το στρώσιμο του κρεβατιού ( "αφού θα ξανακοιμηθούμε και θα το χαλάσουμε!").

 

Καταλυτικό ωστόσο ήταν ένα ταξίδι στο Λονδίνο, τα Χριστούγεννα του 2011 όταν ο γιος μας ήταν φοιτητής εκεί. Μείναμε στο Knightsbridge Hotel, ένα κουκλίστικο ξενοδοχείο, βγαλμένο θαρρείς από παραμύθι. Λίγα δωμάτια, λίγοι ένοικοι που για καλή (;) μας τύχη ανήκαν σχεδόν ολοι σε ενα γκρουπ από την Ιαπωνία. Ολημερίς τους έτρεχαν σε εκδρομές και ξεναγήσεις τους Γιαπωνέζους κι έτσι οι χώροι του ξενοδοχείου έμεναν άδειοι. Μόνο για εμάς. Σαν να ήταν το σπίτι μας.

Ήταν μεσημέρι Παραμονής Χριστουγέννων, έξω χιόνιζε και με τον άντρα μου είχαμε αράξει στους υπέροχους καναπέδες που διακρίνονται στη φωτογραφία, στο πιο ζεστό lounge ξενοδοχείου που είχαν δει τα μάτια μας. Τα δικά μου μάτια βέβαια, έβλεπαν λίγο θολά (κρατήστε το αυτό...) αφού δεν φορούσα τα μυωπικά γυαλιά μου κι όμως κατάφεραν να εντοπίσουν την παραφωνία που χαλούσε την αρμονία της παραδεισένιας ατμόσφαιρας.

Στην πάνω πάνω δεξιά γωνία της τεράστιας βιβλιοθήκης υπήρχε ενα βιβλίο τοποθετημένο ανάποδα!! Δεν φαινόταν δηλαδή η ράχη και ο τίτλος του, αλλά το λευκό των σελίδεων του!! Για την επόμενη μισή ώρα ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ στο δικό μου βιβλίο. Το μάτι μου δρούσε αυτόνομα, δραπέτευε, σκαρφάλωνε συνεχώς στην κορυφή της βιβλιοθήκης και κολλούσε εκεί. Στην παραφωνία...

-Κοίτα εκεί πάνω. Έχει ένα βιβλίο ξεχασμένο ανάποδα, λέω στον Κώστα έτοιμη να σκάσω.

Μμμμμ, μου απαντάει εκείνος ξεχειλίζοντας από αδιαφορία για την παρατήρησή μου.

Αφού είμαστε μόνοι μας, πειράζει να ανέβω στη σκάλα της βιβλιοθήκης να το φτιάξω; Είναι κρίμα να χαλάει την τέλεια εικόνα του δωματίου... , προτείνω διστακτικά κι επιτέλους τραβάω την προσοχή του.

Σηκώνει το κεφάλι του, κοιτάζει μια την παραφωνία, μια εμένα και προς μεγάλη μου έκπληξη δεν φέρνει αντίρρηση .

Ανέβα. Βεβαιώσου μόνο ότι είναι γερή η σκάλα, μου λέει και συνεχίζει την ανάγνωση του βιβλίου του.

Το επόμενο λεπτό με βρίσκει στην κορυφή της ξύλινης σκάλας με το χέρι απλωμένο προς ΤΟ πρόβλημα. Μα τι να δω; Η βιβλιοθήκη δεν είναι αληθινή. Τα βιβλία της είναι ζωγραφισμένα πάνω σε μια ειδική γύψινη κατασκευή στον τοίχο! Γυρίζω έξαλλη στον Κώστα που είναι σαφές ότι το είχε καταλάβει από την αρχή και τότε...

Οι περίπου 60 Γιαπωνέζοι του γκρουπ μπουκάρουν στο lounge και με κοιτάνε εκστασιασμένοι! Δεκάδες φωτογραφικές μηχανές και κινητά σηκώνονται και αρχίζουν να φωτογραφίζουν την τρελή που έχει σκαρφαλώσει σε μια εικονική βιβλιοθήκη. Ούτε που θέλω να φανταστώ πόσοι άνθρωποι με έχουν δει έτσι, στην μακρινή Ιαπωνία. Φοβάμαι πως αν ποτέ ταξιδέψω στο Τόκιο θα μου ζητάνε αυτόγραφα στους δρόμους...

Όχι, δεν μπορώ να πω ότι συνήλθα εντελώς εξ αιτίας του ρεζιλέματος αυτού. Το χω μαζέψει όμως σημαντικά. Σε δημόσιους χώρους. Γιατί στο σπίτι μου μπορώ να ισιώνω ελευθέρα τα πάντα. Άντε και σε σπίτια καλών φίλων. Γι αυτό σας είπα και στον τίτλο : εμάς που ισιώνουμε τα κάδρα στους τοίχους, να μας αγαπάτε. Μάχη με τον εαυτό μας δίνουμε κάθε φορα... Και (για όνομα του Θεού...) βάλτε κι εσείς ένα χεράκι. Ψυχικό θα κάνετε!

Μαρία Παναγοπούλου
Follow me on facebook
 
29 Οκτ. 2017

Φωτογραφίες:
 Ξανθιά δασκάλα μετέτρεψε την παρέλαση σε... πασαρέλα

Η ξανθιά καλλίπυγος δασκάλα εκ Θεσσαλονίκης, που συνόδευσε τους μαθητές της στη σχολική παρέλαση του Ναυπλίου ντυμένη με ένα φόρεμα που θα ταίριαζε περισσότερο σε μια βραδιά στην Πάολα, έχει διχάσει τα social media (κυλάει στο αίμα μας ο διχασμός, τον έχουμε εύκολο ακόμη και για ψύλλου πήδημα...). Εγώ ωστόσο δεν θα σταθώ στο ντύσιμό της αλλά σε κάτι που θεωρώ απείρως σημαντικότερο. Μιλώντας λοιπον σήμερα στο protothema.gr η πανέμορφη εκπαιδευτικός δήλωσε μεταξύ άλλων:

«Ζούμε σε μια εποχή που το φαίνεσθαι επικρατεί έναντι του είναι. Σε μια κοινωνία που τα μέλη της είναι πιο εύκολο να κρίνουν βάσει της εικόνας παρά του χαρακτήρα. Άλλωστε σε όλους μας είναι γνωστή η λαϊκή ρήση που λέει ότι "τα ράσα δεν κάνουν τον παπά"».  

Προσωπικά, ως μαμά, γυναίκα και πολίτη αυτής της χώρας, η τελευταία της φράση ήταν εκείνη που με πείραξε πολύ περισσότερο από το μίνι εφαρμοστό φόρεμα με τα χρυσά κουμπιά! Η κατάχρηση της ρήσης "τα ράσα δεν κάνουν τον παπά" από μία εκπαιδευτικό, η προφανής άγνοιά της για την προέλευση και την σημασία της, η εξόφθαλμη αδιαφορία της για το ποιός, πότε και υπό ποιες συνθήκες την είπε και η εύκολη υιοθέτησή της για να δικαιολογήσει το σέξι φορεματάκι της, ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ για εμένα.

Η αισθητική του καθενός, η επιλογή του να προβάλλει τα στοιχεία του εαυτού του που θεωρεί "δυνατά" και ακόμη περισσότερο το ντύσιμο ή το χτένισμά του, μπορεί να με απασχολήσουν σε μια φιλική κουβέντα, αλλά τελικά αποτελούν αναφαίρετο δικαίωμά του και δεν θεωρώ ότι χαρακτηρίζουν την επαγγελματική ικανότητα και ευσυνειδησία του! Το να χρησιμοποιεί όμως μία δασκάλα, την παροιμιώδη φράση του Θεόδωρου Κολοκτρώνη κατά πώς την εξυπηρετεί, χαρακτηρίζοντάς την "λαϊκή ρήση" και να μην κάνει έστω τον στοιχειώδη κόπο να αναζητήσει στο διαδίκτυο πληροφορίες για την σημασία της, με λυπεί, με προβληματίζει, με θυμώνει...

Το βιβλίο "3000 λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις" του Τάκη Νατσούλη από τις Εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, είναι ένα από τα αρτιότερα βιβλία που έχω την χαρά να διαθέτω στη βιβλιοθήκη μου. Από αυτό έχω πληροφορηθεί και την ιστορία της ρήσης "τα ράσα δεν κάνουν τον παπά" που πρώτος ξεστόμισε ο Γέρος του Μοριά. Πού να φανταζόταν ότι κάπου, κάποτε, στην Ελλάδα του 2017, μία δασκάλα θα την επικαλούνταν ως... άλλοθι για να παρελάσει στην εθνική επέτειο του "ΌΧΙ", φορώντας μίνι!

 Αντιγράφω από το βιβλίο:

Όταν ο Κολοκοτρώνης πολεμούσε στην Πελοπόννησο είχε μαζί του κι έναν καλόγερο από το Άγιο Όρος, τον Μιχάλη Φούντα, που έκανε για δέκα άντρες το λιγότερο. Ήταν ψηλός, δυνατός, έξυπνος και έτρεχε σαν αγριοκάτσικο, όπου μάχη κι αυτός, αλλά κι όπου γλέντι ήταν από τους πρώτους. Ωστόσο, ο Φούντας παρ’ όλη την παλικαριά του και την εξυπνάδα του, βρέθηκε μια μέρα κυκλωμένος από Αρβανίτες, πολέμησε σαν λιοντάρι, έφαγε αρκετά κεφάλια με το τρομερό χατζάρι του, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να υποκύψει και πιάστηκε αιχμάλωτος.

Όταν ο Γέρος έμαθε την αιχμαλωσία του, λυπήθηκε κατάκαρδα και αποφάσισε να τον ελευθερώσει μ’ έναν πολύ έξυπνο τρόπο. Ο Κολοκοτρώνης πρόσταξε μερικά από τα παλικάρια του, να στήσουν καρτέρι και να πιάσουν κάποιον «αξιωματούχο» του εχθρού, ώστε να μπορέσουν να τον ανταλλάξουν με τον Φούντα. Πραγματικά, το καρτέρι τους στάθηκε τυχερό και δυο μέρες αργότερα, έπεσε στα χέρια τους ο Κιαμήλ εφένδης, που διοικούσε ολόκληρη σχεδόν τη στρατιά.

Αμέσως τότε, ο Γέρος του Μοριά ζήτησε την ανταλλαγή του με τον Φούντα. Ο Αρβανίτης, όμως, ξαφνιάστηκε, γιατί δεν φανταζόταν ποτέ ότι ήθελαν να ανταλλάξουν ένα «ιερό» πρόσωπο μ’ έναν καλόγερο που φορούσε φουστανέλα! Στη θέση του μπορούσαν να ζητήσουν εκατό αιχμαλώτους και όχι έναν. Τότε, λοιπόν  ο Κολοκοτρώνης του είπε με το συνηθισμένο του χαμόγελο: «Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, αγά μου! Κι εγώ το Μιχάλη το Φούντα δεν τον αλλάζω με χίλιους σαν κι εσένα!..» 

Αυτά... 

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

Follow me on Facebook