Δεκαετία 50-60-70

1 Ιουν. 2017

Αυτό το ταλαιπωρημένο από τον χρόνο χαρτί, είναι το απολυτήριο Δημοτικού του μπαμπά μου. Γεννημένος μέσα στον πόλεμο, παιδί πολύτεκνης φτωχής οικογένειας, δεν είχε την "πολυτέλεια" να τελειώσει και Γυμνάσιο αφού μετά την Έκτη Δημοτικού μπήκε στην δουλειά, δίπλα στον πατέρα του και παππού μου που ήταν τσαγκάρης. Με πολύ κόπο κατάφερε να αποφοιτήσει από το Δημοτικό, έστω και με βαθμό 7, και μάλλον αυτός είναι ο λόγος που φύλαξε σαν κόρη οφθαλμού το Απολυτήριό του απο το 13ο Σχολείο Παγκρατίου (σε αντίθεση με τους περισσότερους από εμάς που ιδέα δεν έχουμε πού βρίσκεται το αντίστοιχο "χαρτί").

Διαβάζοντάς το προσεχτικά, την προσοχή μου κέρδισαν δύο στοιχεία.

1. η αναγραφή σε αυτό του επαγγέλματος του παππού μου:

"Ο μαθητής Παναγοηλιόπουλος Γεώργιος του Νικολάου εξ Αθηνών, ετών 13, πατρός εργάτου", αναφέρει με σαφήνεια. Το ίδιο υποθέτω θα συνέβαινε τότε και με τα παιδιά "πατρός βιομηχάνου", "πατρός εμπόρου", πατρός διδασκάλου", "πατρός δημοσίου υπαλλήλου"... Ένα ταξικό απολυτήριο εν έτη 1953 στο "Βασίλειον της Ελλάδος". Ένα απολυτήριο για "αριστερά" και "δεξιά" παιδιά, σε μία χώρα που μάζευε τα κομμάτια της από τον Εμφύλιο.

2. το υπέρογκο κόστος των χαρτοσήμων που υπάρχουν κολλημένα στην πάνω δεξιά γωνία του ενδεικτικού:

"ΕΛΛΑΣ Εκπαιδευτικόν Τέλος Δραχμαί 2.000" βλέπω στο ένα
"ΕΛΛΑΣ Ένσημον Εκπαιδευτ-Πρόνοιας Δραχμαί 1000" στο άλλο.

Τρεις χιλιάδες δραχμές για χαρτόσημα! Λογικό, εάν προσέξουμε την ημερομηνία του Απολυτηρίου: 22 Ιουνίου 1953. Περίπου 2 μήνες νωρίτερα, αρχές Απριλίου 1953, ο Σπύρος Μαρκεζίνης, με ραδιοφωνικό μήνυμά του είχε προχωρήσει σε μία αιφνιδιαστική υποτίμηση του εθνικού μας νομίσματος κατά 100%. Εξ ου και με 3000 δραχμές έπαιρνες μόνο 2 χαρτόσημα! Μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην μεταπολεμική περίοδο, η Ελλάδα παλεύει ακόμη να αποκαταστήσει τις τεράστιες υλικές ζημιές και η δραχμούλα υποτιμάται συνεχώς. Σκληρή, αντιλαϊκή, βάρβαρη λύση, αλλά άφηνε τουλάχιστον την ελπίδα να περιμένεις κάτι από αυτήν...

Σήμερα, 64 χρόνια μετά, εκείνες οι 3000 υποτιμημένες δραχμές αναλογούν σε περίπου 8,5 ευρώ! Και η αλήθεια είναι ότι πάλι αγοράζεις 2 χαρτόσημα με αυτές! Με την διαφορά ότι πλέον δεν έχεις ούτε την "λύση" της υποτίμησης. Αφού δεν έχεις εθνικό νόμισμα...

Σας το έχω ξαναγράψει: κομμάτια ιστορίας κρύβονται μέσα σε ρετρό φωτογραφίες και απλά αντικείμενα του χθες. Άλλοτε μας μελαγχολούν, όπως αυτό, άλλοτε μας δίνουν χαρά, όπως η φωτογραφία του μπαμπά μου με την Ούρσουλα Άντρες. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, μας δίνουν μαθήματα ζωής.

Υ.Γ. καμία πρόθεση "δραχμολαγνείας" δεν έχω. Καταγραφή ενός γεγονότος που δεν σηκώνει αμφισβήτηση κάνω. Οι 3000 υποτιμημένες δραχμές είναι σήμερα 8,5 ευρώ... Αυτό...

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

Follow me on facebook

Δείτε περισσότερες Εικόνες Ρετρό

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα

20 Μαϊ. 2017

 

Το ζευγάρι της φωτογραφίας είναι ο Σπυρίδων Δενδρινός και η Κυριακή Μπάιζου. Παντρεύτηκαν το 1942, μέσα στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ η Ελλάδα ήταν υπό γερμανική κατοχή. Γνωρίστηκαν από προξενιό. Και παρά τη φρίκη του πολέμου, αποφάσισαν να ενωθούν "εις σάρκαν μίαν".

Φόρεσαν το γαμπριάτικο κοστούμι και το νυφικό αντίστοιχα, στήθηκαν και για την τυπική φωτογραφία και λίγα χρόνια αργότερα έφεραν στον κόσμο την μονάκριβη κόρη τους, την Ελένη. Τη μαμά μου. Γιατί ο Σπύρος και η Κούλα, όπως τους φώναζαν οι δικοί τους άνθρωποι, ήταν ο παππούς μου και η γιαγιά μου.

Όταν ανακάλυψα για πρώτη φορά αυτή τη φωτογραφία, στο "οικογενειακό σεντούκι", έμεινα να την παρατηρώ για ώρα. Τα σφιγμένα πρόσωπα του ζευγαριού, ήταν τα πρώτα που τράβηξαν την προσοχή μου. Αν δεν τους ήξερα θα υπέθετα πως ήταν άνθρωποι αγέλαστοι, μονόχνωτοι, όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Απλώς και οι δύο σε όλη τους τη ζωή, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, δεν χαμογελούσαν ποτέ στις φωτογραφίες.

Στην Ελλάδα του 1942 βέβαια δεν ήταν εύκολο να χαμογελάς. Πείνα, εξαθλίωση, φόβος, θάνατος...σκέπαζαν με το μαύρο πέπλο τους τις ψυχές των Ελλήνων και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που αγαπώ αυτή τη φωτογραφία. Η απόφαση δύο νέων να παντρευτούν εν μέσω της απόλυτης δυστυχίας, νομίζω πως σηματοδοτεί την απόλυτη επικράτηση της ζωής απέναντι στον πόλεμο. Την νίκη του λευκού πέπλου έναντι του μαύρου...

Η στάση που έχει τοποθετήσει ο φωτογράφος της εποχής τους νιόνυμφους, είναι άλλο ένα στοιχείο που κεντρίζει την προσοχή μου όποτε κοιτάζω την εικόνα. Η γυναίκα καθιστή, "υπό", και ο άντρας όρθιος, καμαρωτός, κυρίαρχος. Στη φωτογραφία... Στα μυαλά των ανθρώπων... Στις κοινωνικές αντιλήψεις... Γιατί στην πραγματική ζωή, η Μανιάτισσα Κούλα, ήταν εκείνη που επέβαλε τον ρυθμό. Όπως διαχρονικά συμβαίνει στις Ελληνικές οικογένειες, αλλά ας μην το κάνουμε και θέμα...

Ο παππούς και η γιαγιά αν και παντρεύτηκαν από προξενιό, έζησαν αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος. Η γιαγιά έφυγε πρώτη, πολύ νωρίς, χτυπημένη από διαβήτη. Και ο παππούς, νεότατος χήρος, αρνήθηκε πεισματικά να ξαναφτιάξει τη ζωή του, μένοντας και μετά θάνατον πιστός στην Κούλα του

Άλλες εποχές, άλλα ήθη, άλλοι άνθρωποι... Σε πολλά σημεία "καλύτεροι", σε άλλα τόσα "χειρότεροι" από εμάς... Σίγουρα όμως "διαφορετικοί".

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

Follow me on facebook

Διαβάστε όλη τη στήλη Ρετρό

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα

17 Μαϊ. 2017

Η φωτογραφία της μητέρας μου από τα χρόνια του Δημοτικού Σχολείου, ήταν η αφορμή για ένα ταξίδι στο χθες. Πάντα με γοητεύουν οι εικόνες αυτές, εικόνες που κρύβουν ήθη, αξίες, "αγκυλώσεις" ή μόδες, άλλων εποχών.

Δημοτικό Σχολείο Παντάνασσα, λοιπόν, στην περιοχή Πηγάδα του Πειραιά, έτος 1953. Οι μαθήτριες της κυρίας Κατίνας, είναι πανέτοιμες για τις γυμναστικές επιδείξεις τους.

Ντυμένες με τις μπλε στολές τους που φέρουν το σήμα του σχολείου, με λευκά κολάρα και ρεβέρ στα μανίκια. Στα πόδια τους φορούν σοσονάκια και αθλητικά παπούτσια λευκού χρώματος. Και στα κεφάλια τους άσπρους πελώριους φιόγκους! Κλέβουν την παράσταση αυτοί οι υπέροχοι φιόγκοι, στρεωμένοι με φροντίδα στα καλοχτενισμένα μαλλιά των κοριτσιών, που δείχνουν να έχουν πάρει πολύ σοβαρά τον ρόλο τους, για αυτό και ελάχιστες χαμογελούν.

Η μητέρα μου, δεύτερη από δεξιά στην πάνω σειρά, φοράει ΚΑΙ τον βαφτιστικό σταυρό της!

Για τα υπέρ και τα κατά της σχολικής ποδιάς ή της στολής έχουν ειπωθεί πολλά. Δεν θα σταθώ σε αυτά... Θα σχολιάσω μόνο ότι η εικόνα των μαθητριών της Παντάνασσας, αντικατοπτρίζει την Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του ΄50, όπως ακριβώς οι εικόνες των σημερινών μαθητικών παρελάσεων είναι καθρέφτης της σημερινής Ελλάδας...

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

Follow me on facebook

Δείτε περισσότερες Εικόνες Ρετρό

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα

 

4 Μαϊ. 2017

Την είδα μία και μοναδική φορά στη ζωή μου από κοντά. Ήταν πριν από περίπου 20 χρόνια, στη Μύκονο. Στην αρχή δεν την αναγνώρισα. Είμαστε σε ένα εστιατόριο με φίλους, όταν ξαφνικά τα κεφάλια όλων μας γύρισαν προς την είσοδο και έμειναν "παγωμένα", σαν να συμμετείχαμε σε μιούζικαλ του Δαλιανίδη.

Ο λόγος ήταν μία απερίγραπτα όμορφη μελαχροινή γυναίκα, μαυρισμένη από τον ήλιο, εντελώς άβαφτη, ντυμένη με ένα ολόλευκο καφτάνι και χρυσά φλατ πέδιλα. Η εικόνα της αρχαίας Ελληνίδας θεάς έβρισκε την απόλυτη ενσάρκωση πάνω της. Δεν ήταν νέα, κάπου γύρω στα 50, αλλά στο πρόσωπό της δεν φαινόταν κανένα ίχνος αισθητικής επέμβασης (δεν ξέρω αν υπήρχε, όμως δεν φαινόταν!). Το μόνο που έβλεπες και σε καθήλωνε, ήταν μία σχεδόν απόκοσμη λάμψη. Ένα εσωτερικό φως που έμοιαζε να βγαίνει από μέσα της και να την ακολουθεί παντού.

 "Είναι η Κορίνα Τσοπέη" διαπίστωσε ο άντρας μου, την στιγμή που εκείνη καθόταν στο διπλανό τραπέζι με την παρέα της. Η μοναδική Ελληνίδα που κατέκτησε τον τίτλο "Μις Υφήλιος" το 1964, έμεινε περίπου μιάμιση ώρα στο εστιατόριο. Ήταν πολλοί εκείνοι που την αναγνώρισαν και έσπευσαν να της σφίξουν το χέρι, να την καλωσορίσουν στην πατρίδα ή να φωτογραφηθούν μαζί της. Έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται γιατί η παρουσία της προκαλούσε τόση εντύπωση. Όμως με ένα πλατύ, αφοπλιστικό χαμόγελο, απαντούσε σε όλους, χωρίς να δυσανασχετεί που δεν την άφηναν να απολαύσει το φαγητό της.

Την ίδια εποχή, τέλη της δεκαετία του ΄90, στα σοκάκια της Μυκόνου περιφέρονταν διάφορα τηλεοπτικά "τίποτα" με στρατιές αυλικών γύρω τους για να τους/τις προστατεύσουν από τα πλήθη (τα ποιά;) και ύφος "είμαι μεγάλη star αγάπη μου"...

Ήθελα πολύ να της ζητήσω κι εγώ να βγάλουμε μαζί μία φωτογραφία, μα δεν το τόλμησα. Είκοσι χρόνια μετά, σκέφτομαι πως ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Γιατί ακόμη και ο πιο προηγμένος φωτογραφικός φακός δεν θα μπορούσε να αιχμαλωτίσει την λάμψη της και θα περιοριζόταν απλώς στην μοναδική ομορφιά της.

Το εξώφυλλο με το οποίο συνοδεύω το κείμενό μου προέρχεται από την προσωπική συλλογή μου με παλιά περιοδικά και εφημερίδες. Περιοδικόν "Πρώτο", τεύχος 404, τιμή "δραχμαί 4", απεικονίζει την Μανιάτισσα καλλονή αμέσως μετά την κατάκτηση του τίτλου της "Σταρ Ελλάς" λίγο πριν στεφθεί "Ωραιότερη γυναίκα του κόσμου".

Πιστέψτε με, η 50άρα Κορίνα Τσοπέη που είδε εγώ τότε στη Μύκονο, δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από αυτήν της φωτογραφίας. Ίσως γιατί την έλουζε η γοητεία της αυθεντικής ομορφιάς που όταν συναντάει την ωριμότητα, γίνεται πανίσχυρη!

Μαρία Παναγοπούλου
follow me on facebook

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα

28 Απρ. 2017

Οι ασπρόμαυρες οικογενειακές φωτογραφίες, όπως και οι Ελληνικές ταινίες χωρίς χρώμα, ασκούν πάνω μου μία μοναδική γοητεία, καθώς με ταξιδεύουν σε μία Ελλάδα που δεν γνώρισα και μου δίνουν τη δυνατότητα να την συγκρίνω με την σημερινή. Πολλά τα θετικά, πολλά και τα αρνητικά που προκύπτουν από την σύγκριση.

Σήμερα θα σταθώ σε κάτι, που πραγματικά μου λείπει από εκείνες τις μακρινές δεκαετίες: στο στυλ των Ελλήνων! Και δεν αναφέρομαι στην ελίτ του Κολωνακίου αλλά σε απλούς ανθρώπους, όπως ήταν οι γονείς μου και οι φίλοι τους. Γεννημένη στον Άγιο Βασίλη του Πειραιά η μαμά μου, παιδί δημοσίου υπαλλήλου, εργαζόμενη σε φαρμακείο η ίδια. Γεννημένος στη Γούβα στο Παγκράτι ο μπαμπάς μου, παιδί φτωχής πολύτεκνης οικογένειας με μπαμπά τσαγκάρη. Ανάλογο ήταν και το κοινωνικό στάτους των φίλων τους, που απεικονίζονται στις φωτογραφίες που ακολουθούν.

Η πρώτη φωτογραφία είναι από την θρυλική Τριάνα του Χειλά, που βρισκόταν επί της Λεωφόρου Συγγρού στο ύψος του Άγιου Σώστη. Φεβρουάριος του 1968, οι άντρες φορούν όλοι τα επίσημα μαύρα σακάκια τους και γραβάτα, ενώ στις γυναίκες ξεχωρίζουν οι περίτεχνοι, φροντισμένοι κότσοι στα μαλλιά. Μπορεί να έπαιζε ρόλο και το γεγονός ότι απέναντί τους στο πάλκο κάθονταν ζωντανοί θρύλοι του τραγουδιού όπως οι Γιάννης Παπαϊωάννου, Βασίλης Τσιτσάνης ή οι Στέλιος Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Γρηγορης Μπιθικώτσης, Πόλυ Πάνου, Βίκυ Μοσχολιού και τόσοι άλλοι που ίσως σου δημιουργούσαν την επιθυμία να τους τιμήσεις ακόμη και φροντίζοντας τα ρούχα που θα φορέσεις ακούγοντάς τους... Άλλα καλλιτεχνικά μεγέθη... Δυσθεώρητα...

Σειρά έχει ένα ενσταντανέ από τους αρραβώνες των γονιών μου, την ίδια περίπου εποχή. Δεν θα σχολιάσω την ατυχή έμπνευση του φωτογράφου να κοτσάρει την λουλουδιασμένη σύνθεση ανάμεσά τους. Θα μείνω σε εκείνο που πάντα με γοητεύει όταν κοιτάζω την συγκεκριμένη εικόνα. Την εμφάνιση της μαμάς μου. Το μαλλί-υπερπαραγωγή, βγαλμένο θαρρείς από πασαρέλα μόδας, και το ντύσιμο sur mesure, με το ολομέταξο φουστάνι ραμμένο στην μοδίστρα της γειτονιάς στον Πειραιά και ασορτί παππούτσια από το ίδιο ακριβώς ύφασμα!

Πάμε τώρα λίγο πιο πίσω χρονικά. Σε μία εκδρομή στο Σούνιο, το 1959! Το ξύλινο τραπεζάκι κάτω από τα πεύκα και το ακορντεόν που παίζει ο μοναδικός νεαρός της παρέας, παραπέμπουν απευθείας σε Ελληνική ταινία, όμως εγώ θα μείνω και πάλι στα ρούχα των κοριτσιών. Καρώ φαρδιες φούστες μέχρι το γόνατο, στενά μπλουζάκια με μανικάκι 3/4 και μάλλινες ζακετούλες με κουμπάκια, συνθέτουν το σκηνικό, με το μεταξωτό μαντήλι στα μαλλιά να το απογειώνει.

Το ταξίδι στο χρόνο συνεχίζεται, στις αρχές της δεκαετίας του '60. Ο μπαμπάς μου υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία και η οικογένειά του από την φτωχική Γούβα του Παγκρατίου, έχει πάει να τον επισκεφτεί. Ξεχωρίζω το ντύσιμο της θείας μου και αδελφής του, με το φινετσάτο εμπριμέ φόρεμα, τα λευκά κομψά σανδάλια και το ασορτί καλάθι της, ακουμπισμένο στο στύλο.

Η μαμά μου (δεξιά) με την ξαδέλφη της Ελένη Σαμλή (αριστερά), έχουν σειρά τώρα. Χριστούγεννα του 1965, τα δύο 20χρονα κορίτσια έχουν χτενίσει τα μαλλιά τους με την τελευταία λέξη της μόδας και φορούν τα ονειρεμένα παλτό τους, κι αυτά δημουργίες της μοδίστρας της γειτονιάς. Υφάσματα γνήσια, 100% μαλλί, και γούνες faux στον γιακά, με μήκος μέχρι το γόνατο. Λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά: οι πέρλες στα αυτιά...

Και κάπως έτσι μπαίνουμε στην δεκαετία του ΄70. Ο μπαμπάς μου με τον φίλο του τον Τάκη, προσέρχονται σε ένα νυχτερινό κέντρο ντυμένοι για εξώφυλλο της VOGUE. Η εικόνα μιλάει από μόνη της... Θέλω να επαναλάβω ότι δεν μιλάμε για κάποιους μεγαλοεπιχειρηματίες του Κολωνακίου αλλά για βιοπαλαιστές που εκείνη την εποχή αγωνίζονταν να χτίσουν κάτι δικό τους (όπως σας έχω ήδη περιγράψει με αφορμή μία μεταγενέστερη φωτογραφία του μπαμπά μου με την Ούρσουλα Άντρες). Δεν κυκλοφορούσαν έτσι όλη μέρα, όμως όταν έβγαιναν να διασκεδάσουν το έκαναν με στυλ. 

Από την ίδια δεκαετία και η τελευταία εικόνα. Μέσα πια των ΄70s. Απεικονίζεται και πάλι ο μπαμπάς μου με τον φίλο του τον Νικηφόρο Ευφραιμίδη αυτή τη φορά. Nτυμένοι με τα κλασσικά κοστούμια τους έχουν πάει αντροπαρέα στα μπουζούκια. Στο βάθος, πάνω στην πίστα, διακρίνεται ο μέγας Γιάννης Καλατζής!

Δεν ξέρω τι χάλασε στην πορεία...

Πώς περάσαμε σταδιακά στη φτηνή αισθητική της βιντεοκασέτας την δεκαετία του΄80 (από όπου ξεχωρίζω μόνο το στυλ της Καίτης Φινου), στην νεοπλουτίστικη κιτσαρία της δεκαετίας του ΄90, στον καταναγκασμό του φιρμάτου, υπερεκτιμημένου ρούχου των αρχών της δεκαετίας του 2000.

Πώς φτάσαμε στη δαιμονοποίηση της φινέτσας, του στυλ, του κοστουμιού (και φυσικά της γραβάτας), καθιστώντας τα συνώνυμα του βολέματος, του συντηρητισμού, του συστήματος ή ακόμη και της διαπλοκής, ταυτίζοντας αυτομάτως την "φτήνια" με την εντιμότητα και τον προοδευτισμό...

Αν και τώρα πια, στην Ελλάδα-φάντασμα, λίγη σημασία έχουν όλα αυτά...