Δεκαετία 50-60-70

19 Μαρ. 2018

 Όταν ήμουν μικρότερη, κάθε φορά που κοιτούσα τις νεανικές φωτογραφίες των γονιών μου, σκεφτόμουν "πω, πω, σαν Ελληνική ταινία μοιάζουν". Μεγαλώνοντας άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως τελικά συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Μήπως δηλαδή δεν ήταν η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου "σαν βγαλμένοι από Ελληνική ταινία" αλλά οι λατρεμένες Ελληνικές ταινίες εκείνης της εποχής ήταν βγαλμένες από την ζωή των μαμάδων μας και των μπαμπάδων μας. Με αυτήν τη σκέψη, ξεκίνησα να βλέπω με άλλη ματιά τις φωτογραφίες τους, προσπαθώντας να τις ταιριάξω με την σωστή κινηματογραφική παραγωγή. Κάπως έτσι εντόπισα την παραπάνω εικόνα, με τους γονείς μου να τρώνε σε ένα ταβερνάκι πάνω στο κύμα, όπως έκανε και η Ρένα Βλαχοπούλου στην ταινία "Ζητείται επειγόντως γαμπρός" ...

No automatic alt text available.

...ή αυτήν της μητέρας μου και μιας συμμαθήτριάς της με τις σχολικές ποδιές τους, ωσάν άλλες Γιαδικάρογλου και Πετροβασίλη στο "Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο"...

 ...και δύο του μπαμπά μου, αυτήν που ποζάρει με το μαγιό όπως και ο Ανδρέας Μπάρκουλης στην ταινία "Τζένη Τζένη" και την παρακάτω που μοιάζει να τραβήχτηκε στην αυλή όπου ζούσαν οι ήρωες του λατρεμένου μιούζικαλ "Κάτι να καίει".

'Ισως τελικά, ένα από τα μυστικά χάρη στα οποία οι Ελληνικές ταινίες εκείνης της εποχής έμειναν "αθάνατες" και συνέχισαν να ασκούν τόσο έντονη γοητεία στις επόμενες γενιές, να κρύβεται σε αυτό ακριβώς το στοιχείο: στην μεγαλειώδη απλότητά τους. Ή και στο γεγονός ότι "φυλάκισαν" για πάντα μέσα τους "την μαμά μας και τον μπαμπά μας", αναλλοίωτους στον χρόνο. Όπως τότε, που εμείς είμαστε παιδιά...

Μαρία Παναγοπούλου

thisismarias.com

follow me on facebook   

6 Δεκ. 2017

Μια αναζήτηση στις οικογενειακές φωτογραφίες των παιδικών μου χρόνων, με έφερε μπροστά σε μία διαπίστωση που για χρόνια μου διέφευγε: τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα των περασμένων δεκαετιών αν και λιγότερο φορτωμένα και λαμπερά από τα σημερινά, σηματοδοτούσαν μέρες αληθινά γιορτινές, στολίζοντας τα σπίτια ανθρώπων που περίμεναν με ελπίδα, ενθουσιασμό και (συχνά) παιδική αφέλεια τον νέο χρόνο.

Δεντράκια μικροσκοπικά, τοποθετημένα σε τραπεζάκια για να αποκτήσουν λίγο παραπάνω μπόι, συνοδευόμενα από μεγάλες φιγούρες του Θείου Βρέφους και της φάτνης, αποτυπώνονται στις φωτογραφίες της δεκαετίας του 50 που η μητέρα μου ήταν παιδί.

Στο ίδιο περίπου στυλ, αν και εμφανώς πιο στολισμένα με λευκό βαμβάκι υπό την μορφή χιονιού, παρέμεινε το δέντρο και την δεκαετία του ΄60, όταν πια η μητέρα μου μπήκε στην δεύτερη δεκαετία της ζωής της,

ενώ στην εκπνοή της δεκαετίας του ΄60, τα δέντρα μεγάλωσαν, παραχωρώντας την θέση τους στα αληθινά, ψηλότερα μεν, με κλαδιά ισχνά δε, συνοδεία φάτνης-υπερπαραγωγής πάντα (τα διάσπαρτα προβατάκια μιλούν από μόνα τους...).

Φτάνοντας στην δεκαετία του ΄70, όταν εγώ κι ο αδελφός μου είμαστε παιδιά, τα ασημένια δέντρα δείχνουν να έχουν την τιμητική τους, με τα στολίδια να ακολουθούν την τάση της μονοχρωμίας.

Την δεκαετία του ΄80, στα χρόνια της εφηβείας μου, ο χριστουγεννιάτικος στολισμός εναρμονίζεται πια με το υπέροχο κιτς των '80ς.

 Kαι κάπου εκεί το κόνσεπτ αρχίζει να απογειώνεται. Να ξεφεύγει... Να ακολουθεί την λογική του "στολίζουμε τα πάντα", πιστό στην υπερβολή που στιγμάτησε ανεξίτηλα την δεκαετία του ΄90 (και μαζί της το μέλλον μας και τις ζωές μας).

Image may contain: 2 people, indoor

Το οξύμωρο είναι πως όσο τα δέντρα μεγάλωναν, φορτώνονταν, γίνονταν "σικάτα", υπερπολυτελή και υπέρλαμπρα, τόσο χανόταν η μαγεία των Χριστουγέννων. Θαρρείς και οι άνθρωποι νιώθαμε την ανάγκη να κρύψουμε τις χαμένες ελπίδες για τον νέο χρόνο που έρχεται, κάτω από τα ασφυκτικά στολισμένα δέντρα μας...  

Όχι, δεν ήταν ο στόχος μου να παρελθοντολογήσω, ούτε να μελαγχολήσω με το άρθρο αυτό. Μόνο να αποτυπώσω την πραγματικότητα όπως την είδαν τα μάτια μου κοιτάζοντας τις φωτογραφίες που μοιράζομαι μαζί σας... Μπορεί να την είδαν και λάθος. Ου γαρ έρχεται μόνο... Καλες γιορτές να έχουμε!

Μαρία Παναγοπούλου

thisismarias.com

follow me on facebook  

30 Νοε. 2017

Στη γειτονιά μου, στο Παλαιό Φάληρο, λειτουργεί το Μουσείο Παιχνιδιών που υπάγεται στο Μουσείο Μπενάκη. Καιρό τώρα, κάθε φορά που περνούσα έξω από τον επιβλητικό πύργο στον οποίο στεγάζονται τα παιδικά παιχνίδια του μακρινού παρελθόντος, έπιανα τον εαυτό μου να κοιτάζει την υπέροχη ταμπέλα του. Η υπερμεγέθης κούκλα που φιγουράρει στην δεξιά της πλευρά τραβούσε σαν μαγνήτης το βλέμμα μου, χωρίς να μπορώ να καταλάβω το γιατί.

Η απορία μού λύθηκε μόλις σήμερα το πρωί, όταν κοιτάζοντας για πολλοστή φορά την τεράστια κούκλα, "ζωντάνεψε" μπροστά στα μάτια μου μια εικόνα: η μαμά μου, μικρό κοριτσάκι στις αρχές της δεκαετίας του ΄50, με έναν χοντροκομμένο φιόγκο στο κεφάλι της, κρατάει στα χέρια της μια παρόμοια σε μέγεθος κούκλα, εντελώς αφύσικη για τα δικά μου δεδομένα!

Επιστρέφοντας στο σπίτι, αναζήτησα την σχετική φωτογραφία και παρατήρησα για πρώτη φορά με τόση προσοχή εκείνο το κοριτσίστικο παιχνίδι του χθες. Με ύψος σχεδόν το μισό από εκείνο της μητέρας μου, δεν μοιάζει σε τίποτα με τη μικροσκοπική και λεπτεπίλεπτη (διεθνή) Barbie ή την (Ελληνική αντιγραφή της) Bibi-bo, με τις οποίες μεγάλωσα εγώ. Θα έλεγα ότι αν οι δικές μου κούκλες παρέπεμπαν εμφανισιακά στη Ζωή Λάσκαρη, εκείνες της εποχής της μαμάς μου ήταν φτυστές η Ευαγγελία Σαμιωτάκη. Κι όμως... Χάριζαν την ίδια, για να μην πω περισσότερη, χαρά στα κοριτσάκια που τις έσφιγγαν στις αγκαλιές τους. 

Ελάχιστη σημασία έχει ποιες ήταν ομορφότερες. Η ομορφιά της μιας γενιάς, μπορεί να είναι ανύπαρκτη για την επόμενη. Προσωπικά, δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τι έβρισκε ο γιος μου στον Pikachu και στον Buzz Lightyear. Ίσως αυτή η διαφορά "ματιάς" να είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα μεταξύ των γενεών...

Είτε μας αρέσει είτε όχι, τα παιχνίδια είναι "ζωντανοί οργανισμοί" που εξελίσσονται στο πέρασμα του χρόνου και μεγαλώνουν μαζί με τα παιδιά. Ακόμη κι αν μικραίνουν στο μέγεθος... Αν αγριεύουν... Αν χάνουν την αθωότητά τους... Πόσες ομοιότητες έχει άραγε ένα 6χρονο της δεκαετίας του '50, με ένα 6χρονο του 2017; Μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού... Δεν θα ήταν ουτοπικό να περιμένουμε να παραμένουν ίδια τα παιχνίδια τους; 

Μαρία Παναγοπούλου

thisismarias.com

follow me on facebook 

27 Σεπ. 2017

Οι ασπρόμαυρες οικογενειακές φωτογραφίες, όπως και οι Ελληνικές ταινίες χωρίς χρώμα, ασκούν πάνω μου μία μοναδική γοητεία, καθώς με ταξιδεύουν σε μία Ελλάδα που δεν γνώρισα και μου δίνουν τη δυνατότητα να την συγκρίνω με την σημερινή. Πολλά τα θετικά, πολλά και τα αρνητικά που προκύπτουν από την σύγκριση.

Σήμερα θα σταθώ σε κάτι, που πραγματικά μου λείπει από εκείνες τις μακρινές δεκαετίες: στο στυλ των Ελλήνων! Και δεν αναφέρομαι στην ελίτ του Κολωνακίου αλλά σε απλούς ανθρώπους, όπως ήταν οι γονείς μου και οι φίλοι τους. Γεννημένη στον Άγιο Βασίλη του Πειραιά η μαμά μου, παιδί δημοσίου υπαλλήλου, εργαζόμενη σε φαρμακείο η ίδια. Γεννημένος στη Γούβα στο Παγκράτι ο μπαμπάς μου, παιδί φτωχής πολύτεκνης οικογένειας με μπαμπά τσαγκάρη. Ανάλογο ήταν και το κοινωνικό στάτους των φίλων τους, που απεικονίζονται στις φωτογραφίες που ακολουθούν.

Η πρώτη φωτογραφία είναι από την θρυλική Τριάνα του Χειλά, που βρισκόταν επί της Λεωφόρου Συγγρού στο ύψος του Άγιου Σώστη. Φεβρουάριος του 1968, οι άντρες φορούν όλοι τα επίσημα μαύρα σακάκια τους και γραβάτα, ενώ στις γυναίκες ξεχωρίζουν οι περίτεχνοι, φροντισμένοι κότσοι στα μαλλιά. Μπορεί να έπαιζε ρόλο και το γεγονός ότι απέναντί τους στο πάλκο κάθονταν ζωντανοί θρύλοι του τραγουδιού όπως οι Γιάννης Παπαϊωάννου, Βασίλης Τσιτσάνης ή οι Στέλιος Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Γρηγορης Μπιθικώτσης, Πόλυ Πάνου, Βίκυ Μοσχολιού και τόσοι άλλοι που ίσως σου δημιουργούσαν την επιθυμία να τους τιμήσεις ακόμη και φροντίζοντας τα ρούχα που θα φορέσεις ακούγοντάς τους... Άλλα καλλιτεχνικά μεγέθη... Δυσθεώρητα...

Σειρά έχει ένα ενσταντανέ από τους αρραβώνες των γονιών μου, την ίδια περίπου εποχή. Δεν θα σχολιάσω την ατυχή έμπνευση του φωτογράφου να κοτσάρει την λουλουδιασμένη σύνθεση ανάμεσά τους. Θα μείνω σε εκείνο που πάντα με γοητεύει όταν κοιτάζω την συγκεκριμένη εικόνα. Την εμφάνιση της μαμάς μου. Το μαλλί-υπερπαραγωγή, βγαλμένο θαρρείς από πασαρέλα μόδας, και το ντύσιμο sur mesure, με το ολομέταξο φουστάνι ραμμένο στην μοδίστρα της γειτονιάς στον Πειραιά και ασορτί παππούτσια από το ίδιο ακριβώς ύφασμα!

Πάμε τώρα λίγο πιο πίσω χρονικά. Σε μία εκδρομή στο Σούνιο, το 1959! Το ξύλινο τραπεζάκι κάτω από τα πεύκα και το ακορντεόν που παίζει ο μοναδικός νεαρός της παρέας, παραπέμπουν απευθείας σε Ελληνική ταινία, όμως εγώ θα μείνω και πάλι στα ρούχα των κοριτσιών. Καρώ φαρδιες φούστες μέχρι το γόνατο, στενά μπλουζάκια με μανικάκι 3/4 και μάλλινες ζακετούλες με κουμπάκια, συνθέτουν το σκηνικό, με το μεταξωτό μαντήλι στα μαλλιά να το απογειώνει.

Το ταξίδι στο χρόνο συνεχίζεται, στις αρχές της δεκαετίας του '60. Ο μπαμπάς μου υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία και η οικογένειά του από την φτωχική Γούβα του Παγκρατίου, έχει πάει να τον επισκεφτεί. Ξεχωρίζω το ντύσιμο της θείας μου και αδελφής του, με το φινετσάτο εμπριμέ φόρεμα, τα λευκά κομψά σανδάλια και το ασορτί καλάθι της, ακουμπισμένο στο στύλο.

Η μαμά μου (δεξιά) με την ξαδέλφη της Ελένη Σαμλή (αριστερά), έχουν σειρά τώρα. Χριστούγεννα του 1965, τα δύο 20χρονα κορίτσια έχουν χτενίσει τα μαλλιά τους με την τελευταία λέξη της μόδας και φορούν τα ονειρεμένα παλτό τους, κι αυτά δημουργίες της μοδίστρας της γειτονιάς. Υφάσματα γνήσια, 100% μαλλί, και γούνες faux στον γιακά, με μήκος μέχρι το γόνατο. Λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά: οι πέρλες στα αυτιά...

Και κάπως έτσι μπαίνουμε στην δεκαετία του ΄70. Ο μπαμπάς μου με τον φίλο του τον Τάκη, προσέρχονται σε ένα νυχτερινό κέντρο ντυμένοι για εξώφυλλο της VOGUE. Η εικόνα μιλάει από μόνη της... Θέλω να επαναλάβω ότι δεν μιλάμε για κάποιους μεγαλοεπιχειρηματίες του Κολωνακίου αλλά για βιοπαλαιστές που εκείνη την εποχή αγωνίζονταν να χτίσουν κάτι δικό τους (όπως σας έχω ήδη περιγράψει με αφορμή μία μεταγενέστερη φωτογραφία του μπαμπά μου με την Ούρσουλα Άντρες). Δεν κυκλοφορούσαν έτσι όλη μέρα, όμως όταν έβγαιναν να διασκεδάσουν το έκαναν με στυλ. 

Από την ίδια δεκαετία και η τελευταία εικόνα. Μέσα πια των ΄70s. Απεικονίζεται και πάλι ο μπαμπάς μου με τον φίλο του τον Νικηφόρο Ευφραιμίδη αυτή τη φορά. Nτυμένοι με τα κλασσικά κοστούμια τους έχουν πάει αντροπαρέα στα μπουζούκια. Στο βάθος, πάνω στην πίστα, διακρίνεται ο μέγας Γιάννης Καλατζής!

Δεν ξέρω τι χάλασε στην πορεία...

Πώς περάσαμε σταδιακά στη φτηνή αισθητική της βιντεοκασέτας την δεκαετία του΄80 (από όπου ξεχωρίζω μόνο το στυλ της Καίτης Φινου), στην νεοπλουτίστικη κιτσαρία της δεκαετίας του ΄90, στον καταναγκασμό του φιρμάτου, υπερεκτιμημένου ρούχου των αρχών της δεκαετίας του 2000.

Πώς φτάσαμε στη δαιμονοποίηση της φινέτσας, του στυλ, του κοστουμιού (και φυσικά της γραβάτας), καθιστώντας τα συνώνυμα του βολέματος, του συντηρητισμού, του συστήματος ή ακόμη και της διαπλοκής, ταυτίζοντας αυτομάτως την "φτήνια" με την εντιμότητα και τον προοδευτισμό...

Αν και τώρα πια, στην Ελλάδα-φάντασμα, λίγη σημασία έχουν όλα αυτά...

1 Ιουν. 2017

Αυτό το ταλαιπωρημένο από τον χρόνο χαρτί, είναι το απολυτήριο Δημοτικού του μπαμπά μου. Γεννημένος μέσα στον πόλεμο, παιδί πολύτεκνης φτωχής οικογένειας, δεν είχε την "πολυτέλεια" να τελειώσει και Γυμνάσιο αφού μετά την Έκτη Δημοτικού μπήκε στην δουλειά, δίπλα στον πατέρα του και παππού μου που ήταν τσαγκάρης. Με πολύ κόπο κατάφερε να αποφοιτήσει από το Δημοτικό, έστω και με βαθμό 7, και μάλλον αυτός είναι ο λόγος που φύλαξε σαν κόρη οφθαλμού το Απολυτήριό του απο το 13ο Σχολείο Παγκρατίου (σε αντίθεση με τους περισσότερους από εμάς που ιδέα δεν έχουμε πού βρίσκεται το αντίστοιχο "χαρτί").

Διαβάζοντάς το προσεχτικά, την προσοχή μου κέρδισαν δύο στοιχεία.

1. η αναγραφή σε αυτό του επαγγέλματος του παππού μου:

"Ο μαθητής Παναγοηλιόπουλος Γεώργιος του Νικολάου εξ Αθηνών, ετών 13, πατρός εργάτου", αναφέρει με σαφήνεια. Το ίδιο υποθέτω θα συνέβαινε τότε και με τα παιδιά "πατρός βιομηχάνου", "πατρός εμπόρου", πατρός διδασκάλου", "πατρός δημοσίου υπαλλήλου"... Ένα ταξικό απολυτήριο εν έτη 1953 στο "Βασίλειον της Ελλάδος". Ένα απολυτήριο για "αριστερά" και "δεξιά" παιδιά, σε μία χώρα που μάζευε τα κομμάτια της από τον Εμφύλιο.

2. το υπέρογκο κόστος των χαρτοσήμων που υπάρχουν κολλημένα στην πάνω δεξιά γωνία του ενδεικτικού:

"ΕΛΛΑΣ Εκπαιδευτικόν Τέλος Δραχμαί 2.000" βλέπω στο ένα
"ΕΛΛΑΣ Ένσημον Εκπαιδευτ-Πρόνοιας Δραχμαί 1000" στο άλλο.

Τρεις χιλιάδες δραχμές για χαρτόσημα! Λογικό, εάν προσέξουμε την ημερομηνία του Απολυτηρίου: 22 Ιουνίου 1953. Περίπου 2 μήνες νωρίτερα, αρχές Απριλίου 1953, ο Σπύρος Μαρκεζίνης, με ραδιοφωνικό μήνυμά του είχε προχωρήσει σε μία αιφνιδιαστική υποτίμηση του εθνικού μας νομίσματος κατά 100%. Εξ ου και με 3000 δραχμές έπαιρνες μόνο 2 χαρτόσημα! Μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην μεταπολεμική περίοδο, η Ελλάδα παλεύει ακόμη να αποκαταστήσει τις τεράστιες υλικές ζημιές και η δραχμούλα υποτιμάται συνεχώς. Σκληρή, αντιλαϊκή, βάρβαρη λύση, αλλά άφηνε τουλάχιστον την ελπίδα να περιμένεις κάτι από αυτήν...

Σήμερα, 64 χρόνια μετά, εκείνες οι 3000 υποτιμημένες δραχμές αναλογούν σε περίπου 8,5 ευρώ! Και η αλήθεια είναι ότι πάλι αγοράζεις 2 χαρτόσημα με αυτές! Με την διαφορά ότι πλέον δεν έχεις ούτε την "λύση" της υποτίμησης. Αφού δεν έχεις εθνικό νόμισμα...

Σας το έχω ξαναγράψει: κομμάτια ιστορίας κρύβονται μέσα σε ρετρό φωτογραφίες και απλά αντικείμενα του χθες. Άλλοτε μας μελαγχολούν, όπως αυτό, άλλοτε μας δίνουν χαρά, όπως η φωτογραφία του μπαμπά μου με την Ούρσουλα Άντρες. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, μας δίνουν μαθήματα ζωής.

Υ.Γ. καμία πρόθεση "δραχμολαγνείας" δεν έχω. Καταγραφή ενός γεγονότος που δεν σηκώνει αμφισβήτηση κάνω. Οι 3000 υποτιμημένες δραχμές είναι σήμερα 8,5 ευρώ... Αυτό...

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

Follow me on facebook

Δείτε περισσότερες Εικόνες Ρετρό

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα