Δεκαετία 80

24 Δεκ. 2017

Πειραιάς. Άγιος Βασίλης. Τέλη της δεκαετίας του ΄70, αρχές του ΄80. Εγώ, "η μεγάλη", ο Νίκος, ο μικρότερος αδελφός μου και το Μαράκι, η Μαρία Λεκάκου, γειτόνισσα και φίλη. Παίρναμε τα τριγωνάκια μας, φορούσαμε τα καλά μας και ξεκινούσαμε αξημέρωτα! "Για να προλάβουμε να τα πούμε πρώτοι εμείς, πριν πάνε τα άλλα παιδάκια".

Χτυπούσαμε επίμονα τα κουδούνια, αρχικά των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας κι ύστερα των διπλανών πολυκατοικιών, των απέναντι, των παρακάτω. Αφού εξαντλούσαμε το δικό μας οικοδομικό τετράγωνο, σειρά είχε η ανηφόρα της Φραγκιαδών, αυτή που οδηγεί στην Καλλίπολη.

"Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας. Χριστού τη Θείαν Γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας", ξανά και ξανά, μέχρι που φτάναμε "στα σύνορα". Η οδός Σκουλούδη ήταν το όριο μας. Δεν συνεχίζαμε ποτέ προς την Πλατεία Σερφιώτου. Την νιώθαμε "άλλη γειτονιά" που ανήκε δικαιωματικά στα "άλλα παιδιά". Γι αυτό κάναμε στροφή αριστερά και κατηφορίζαμε σιγά σιγά την οδό Ζαννή μέχρι τη γωνία με την οδο Σαχτούρη.

Άνθρωποι αγουροξυπνημένοι, άλλοι χαμογελαστοί, άλλοι μουρτζούφληδες, σχεδόν όλοι μας άνοιγαν τις πόρτες τους, άκουγαν τα (παράφωνα) κάλαντα μας, μας ανταμείβανε με πολλές ευχές, σπιτικά γλυκά και γερά χαρτζιλίκια, έτοιμα από βραδύς "για τα παιδιά που θα μας τα πούνε αύριο".

Ο ανταγωνισμός μεγάλος, πολλά γειτονόπουλα κουβαλούσαν μαζί τους μουσικά όργανα και έδιναν μικρές μουσικές παραστάσεις, όμως εμάς δεν μας ένοιαζε γιατί είχαμε μαζί μας το "υπερόπλο" που λεγόταν Νίκος. Μονίμως χαμογελαστός ο αδελφός μου, "διάσημος" στην ευρύτερη περιοχή του Άγιου Βασίλη, γνωστός ως "ο Νικολάκης", ήταν αδύνατο να του αρνηθείς όταν χαμογελούσε χωρίς δόντια και σου έλεγε "να τα πούμε;". Μονο την πρώτη στροφή από τα κάλαντα ήξερε ο Νικολάκης, ποτέ δεν μπήκε τον κόπο να μάθει και τα υπόλοιπα, αλλά τι σημασία είχε; Τον αγαπούσαν όλοι! Αυτο μετρούσε...

Ήταν ΓΙΟΡΤΗ η παραμονή των Χριστουγέννων στις γειτονιές του Πειραιά εκείνα τα χρόνια. 1977, 1978, 1979, 1980, 1981...Η εγκληματικότητα δεν αποτελούσε ακόμη πρόβλημα, τα παιδιά μπορούσαμε να κυκλοφορούμε άφοβα στους δρόμους, οι Πειραιώτες μας καλοδέχονταν, ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού απέφευγαν να μας ανοίξουν τις πόρτες τους. Για όλους ήταν καλοτυχία και χαρά να γεμίζουν οι πολυκατοικίες παιδικές φωνές και ήχους από τριγωνάκια. Κανείς δεν μετρούσε τις 20 ή και τις 50 δραχμές που απλόχερα μας πρόσφεραν. Όχι γιατί τους περρίσευαν, δεν ήταν πλούσιοι σε χρήματα, είχαν όμως τεράστια αποθέματα καλής διάθεσης και ψυχικής γενναιοδωρίας... Και το κυριότερο: είχαν ελπίδα!

Περασμένες 12 το μεσημέρι πια, όταν έφτανε η ώρα του ταμείου, που πάντα μα πάντα κρατούσα εγώ "η μεγάλη", χωρίζαμε στα τρία τα μπαξίσια και τρέχαμε να τα ξοδέψουμε χωρίς καθυστέρηση. Ο αδελφός μου για να αγοράσει άλλη μία μπάλα ποδοσφαίρου. Το Μαράκι μια ακόμη Μπάρμπι. Κι εγώ, στο βιβλιοπωλείο του Μπακογιάννη για άλλο ένα βιβλίο...

Είναι ευλογία, προίκα, δώρο ανεκτίμητο τα όμορφα παιδικά χρόνια... Κι ας το καταλαβαίνεις αργά, όταν πια είσαι "μεγάλος"... Το συνειδητοποίησα σήμερα, για πολλοστή φορά, βλέποντας στους δρόμους του Φαλήρου 25άρηδες να λένε τα κάλαντα για να βγάλουν χαρτζιλίκι... Και μικρά παιδάκια να συνοδεύονται απαραιτήτως από τους γονείς τους υπό τον φόβο των ληστών που παραμονεύουν πια σε κάθε γειτονιά... Δεν ήταν όλα καλύτερα παλιότερα. Όσα όμως ήταν, ήταν ΠΟΛΥ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!

Καλά Χριστούγεννα σε όλους. Με υγεία, αισιοδοξία και λιακάδα στις ψυχές μας... Όπως παλιά...

Μαρία Παναγοπούλου

thisismarias.com

follow me on facebook

28 Νοε. 2017

19 Δεκεμβρίου 1980. Παρασκευή. Εγώ 10 χρονών κι ο αδελφός μου 8. Τα σχολεία θα έκλειναν για τις διακοπές των Χριστουγέννων και την επομένη θα ξημέρωνε η μεγάλη ημέρα! Μαζί με τους παιδικούς φίλους από την Καλλιθέα, την Βιβή και τον Γιάννη Σεμελίδη, θα σηκωνόμασταν πρωί πρωί, θα φορούσαμε τα γιορτινά μας ρούχα και με τις μαμάδες μας, την Ελένη και την Τέτα, θα μπαίναμε στο τρένο που θα μας οδηγούσε στο "μακρινό" Σύνταγμα. Εκεί όπου θα μας περίμενε ο παιδικός "παράδεισος". Το πολυκατάστημα ΜΙΝΙΟΝ!

Μια λαίμαργη βόλτα στις στολισμένες του βιτρίνες, ένα ύψωμα του κεφαλιού προς τον ουρανό για να θαυμάσουμε το 10όροφο επιβλητικό κτίριο λουσμένο στο φως και μετά, βουρ για τις κυλιόμενες σκάλες του, υπό τους ήχους του Jingle Bells. Σαν ταξίδι στο διάστημα φάνταζε τότε, στο ξημέρωμα της δεκαετίας του '80, το τεχνολογικό "θαύμα" αυτών των κινούμενων σκαλιών που μας μετέφεραν στα "σύννεφα". Τα πρώτα χρόνια έσφιγγα γερά το χεράκι του αδελφού μου που, αν και μικρότερος, παρίστανε τον θαρραλέο άντρα βαστώντας με τρόπο την φούστα της μαμάς μας για να μην δείξει ότι φοβάται. Μεγαλώνοντας, οι κυλιόμενες σκάλες έγιναν μια κατάκτηση για την οποία καμαρώναμε σε κάθε ευκαιρία, όταν επιστρέφαμε στην γειτονιά μας στον Πειραιά.

"Τις ανεβαίνω χωρίς χέρια", λέγαμε στα άλλα παιδάκια, εννοώντας ότι δεν χρειαζόταν να κρατιόμαστε πια στην μαύρη λαστιχένια κουπαστή.

Image may contain: 4 people

Πρώτος όροφος, δεύτερος, τρίτος...το χτυποκάρδι αυξανόταν καθώς πλησιάζαμε στον προορισμό των ονείρων μας. Όροφος 6ος. Ο όροφος των παιχνιδιών. Ντυμένος με τα γιορτινά του, σκηνικό βγαλμένο από αμερικανική ταινία, κάθε χρόνο έκρυβε για εμάς τους μικρούς φίλους του, και μια διαφορετική έκπληξη. Ολοζώντανοι ελέφαντες ανάμεσα σε εξωτικά δέντρα, μηχανήματα που έβγαζαν σοκολάτες, μολυβένια στρατιωτάκια που έπαιζαν τα κάλαντα με τα τύμπανά τους... Και το δικό μου πολυαγαπημένο. Μια πελώρια πισίνα γεμάτη με πλαστικά μπαλάκια, που σε περίμενε να βουτήξεις μέσα της γλιστρώντας από μια μεγάλη τσουλήθρα!

Ακολουθούσε στήσιμο με τις ώρες στην ουρά για την καθιερωένη φωτογραφία με τον Άγιο Βασίλη. Που δεν ήταν κάποιος θλιμμένος, μουρτζούφλης μεροκαματιάρης, που φορούσε από ανάγκη μια φτηνιάρικη κόκκινη στολή, αλλά ένας υπέροχος χαμογελαστός γεράκος, που σου βαστούσε σφιχτά το χεράκι και σε ρωτούσε με ενδιαφέρον τι θα ήθελες να σου φέρει φέτος την Πρωτοχρονιά. Στριμωχνόμαστε με τον αδελφό μου στο βελούδινο θρόνο-έλκηθρο που υπήρχε δίπλα του, χαμογελούσαμε χαρούμενοι στον φακό του φωτογράφου, κι ας μην είχαμε δοντάκια, κι ύστερα ο Άγιος Βασίλης έσκυβε στην μεγάλη πορτοκαλί σακούλα του με το λογότυπο του ΜΙΝΙΟΝ γραμμένο με μαύρα και λευκά γράμματα, γεμιζε τα χέρια του με καραμέλες και μας τις έδινε με την ευχή "Καλή Χρονιά"!

Image may contain: 3 people, people smiling

Σχεδόν απόγευμα πια, εξουθενωμένοι από την ευτυχία, παίρναμε τον δρόμο για τον 10ο όροφο του πολυκαταστήματος. Εκεί όπου συνέβαινε κάτι κοσμοϊστορικό, πρωτόγνωρο για την μικρή Ελλάδα μας. Μια τεράστια καφετέρια, με μικρά στρογγυλά τραπεζάκια και πανοραμική θέα σε όλη την Αθήνα, περίμενε τους επισκέπτες να ξαποστάσουν. Οι αγγλικές λέξεις Self Service, γραμμένες με μαύρα γράμματα σε μία λευκή ταμπέλα, αποτελούσαν την απολυτη πρόκληση για τα πιτσιρίκια, αφού μεταφράζονταν σε "παίρνω τον καφέ πλαστικό δίσκο, τον ακουμπάω σε έναν σιδερένιο πάγκο και τον σπρώχνω σιγά σιγά μπροστά από μια βιτρίνα γεμάτη με λιχουδιές διαλέγοντας ό, τι ποθεί η ψυχή μου". Την πρώτη φορά που βιώσαμε την...συγκλονιστική εμπειρία, ο αδελφός μου πίστεψε ότι μπορούσε να φάει τα πάντα εντελώς δωρεάν και ξεχείλισε τον δίσκο του προκαλώντας πανικό στην μητέρα μας και γέλια στους μονίμως ευγενικούς υπαλλήλους.

Όλα αυτά τα μαγικά κι άλλα τόσα, ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε και τον Δεκέμβρη του 1980. Με αυτήν την γλυκιά προσμονή γυρίσαμε θυμάμαι από το σχολείο εκείνο το μεσημέρι της Παρασκευής και βρήκαμε τη μαμά μας στην κουζίνα να ακούει ραδιόφωνο. Το πρόσωπό της ήταν σφιγμένο, σκυθρωπό. Σαν να είχε συμβεί κάποιο μεγάλο κακό.

"Δεν θα πάμε αύριο στο ΜΙΝΙΟΝ" επιβεβαίωσε τους φόβους μας. "Πήρε φωτιά χθες βράδυ και κάηκε".

"Κάηκε το ΜΙΝΙΟΝ μου; Κάηκε ο Άγιος Βασίλης; Κάηκαν τα Χριστούγεννα; Δεν γίνεται αυτό... Δεν καίγονται τα Χριστούγεννα...", ήταν η δική μου αυθόρμητη αντίδρασή.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, θα μάθαινα πως στον κόσμο των ανθρώπων όλα καίγονται. Ειδικά αν ενοχλούν, αν προκαλούν φθόνο, αν προμηνύουν κάτι σπουδαίο, φιλόδοξο, διαφορετικό... Μα εκείνο το πρωινό, ελάχιστη σημασία είχαν για εμένα την 10χρονη, οι αδυσώπητοι κανόνες των ανήθικων μεγάλων. Το μόνο που μετρούσε ήταν πως κάποιος είχε κάψει τη χαρά μου. Αφήνοντάς με να κοιτάζω μελαγχολικά τις φωτογραφίες που μοιράζομαι σήμερα μαζί σας... Φωτογραφίες από μια Ελλάδα που έδειχνε ότι και ήθελε και μπορούσε να γίνει άλλη... 

Μαρία Παναγοπούλου

thisismarias.com

follow me on facebook

8 Νοε. 2017

Ο μπαμπάς μου, ο Γιώργος Παναγοηλιόπουλος, στα νιάτα του ήταν τσαγκάρης. Γεννημένος την Κατοχή, στη Γούβα στο Παγκράτι, παιδί πολύτεκνης οικογένειας, πρόλαβε να πάει σχολείο μόνο στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Το κυνήγι του μεροκάματου ήταν μονόδρομος και η τέχνη του πατέρα του και παππού μου, θα εξασφάλιζε άλλο ένα πιάτο στο φτωχικό τραπέζι. Ο μικρός Γιώργος αποδείχτηκε μεγάλο ταλέντο, αγάπησε τη δουλειά του και μεγαλώνοντας δεν περιορίστηκε στο να επισκευάζει παπούτσια αλλά άρχισε να κατασκευάζει χειροποίητα έργα τέχνης για τα γυναικεία άκρα.

Στα μέσα της δεκαετίας του ΄70, με σκληρή προσωπική δουλειά, κατάφερε να ανοίξει την δική του μικρή βιοτεχνία υποδημάτων και να γίνει συνέταιρος σε δύο καταστήματα. Ένα στην Θησέως στην Καλλιθέα (από όπου και η φωτογραφία με τον αδελφό μου κι εμένα φαφούτα),


κι ένα στην Πλάκα, δίπλα από την μπουάτ Διαγώνιος την εποχή που εμφανιζόταν εκεί ο Γιώργος Νταλάρας (γι αυτό και τον βλέπουμε στα εγκαίνια, μπροστά από τα κουτιά με τα παπούτσια).

 

 

Την δεκαετία του '80, οι Έλληνες βιοτέχνες του χώρου της ένδυσης και της υπόδυσης είχαν ακόμη δικαίωμα να ονειρεύονται και να παράγουν Ελληνικά προϊόντα υψηλής ποιότητας. Ανάμεσά τους και ο μπαμπάς μου, που για να καταφέρει να προσφέρει το καλύτερο στις γυναίκες πελάτισσες, ταξίδευε δύο φορές τον χρόνο στην Ιταλία, προκειμένου να παρακολουθεί από κοντά τις τάσεις της μόδας σε εκθέσεις και μαγαζιά.
 
Αρχές του 1983, σε ένα τέτοιο ταξίδι στη Ρώμη, τραβήχτηκε και η φωτογραφία που βλέπετε. Δίπλα του, φιγουράρει η διάσημη σταρ Ούρσουλα Άντρες!

Το Bar Antonio ήταν την εποχή εκείνη ένα από τα πιο δημοφιλή στέκια των διασήμων και ο μπαμπάς μου, μαζί με άλλους Έλληνες βιοτέχνες που είχαν βρεθεί στην ιταλική πρωτεύουσα για μία έκθεση παπουτσιών, αποφάσισαν να περάσουν εκεί το βράδυ τους ελπίζοντας να δουν από κοντά κάποιον κινηματογραφικό αστέρα.
 
Η τύχη τους χαμογέλασε, καθώς η Ούρσουλα Άντρες, βρισκόταν στο bar μαζί με πέντε ξένους δημοσιογράφους, έναν φωτογράφο και τρεις παρατρεχάμενους που δεν άφηναν ούτε μύγα να πλησιάσει στο τραπέζι της.

"Πάμε στοίχημα ότι σε 5 λεπτά θα κάτσω δίπλα της και θα φωτογραφηθώ μαζί της;" προκάλεσε την παρέα του ο μπαμπάς μου για να εισπράξει τα εύλογα πειράγματά τους.

Πέντε λεπτά αργότερα, ο Έλληνας τσαγκάρης που δεν μιλούσε καμία ξένη γλώσσα, πέρα από τα Ελληνικά του δημοτικού σχολείου και ελάχιστα γερμανικά από την εποχή που είχε πάει να δουλέψει σε φάμπρικα της Γερμανίας, βρισκόταν στο πλευρό της έκπληκτης σταρ και φωτογραφιζόταν μαζί της.

Πώς; Κάποιοι το αποκαλούν θράσος. Άλλοι τόλμη. Άλλοι τσαγανό. Άλλοι αυτοπεποίθηση. Για τον μπαμπά μου ήταν απλώς αυτό που χρειαζόταν για να επιτευχθεί "ο στόχος": να βγει η πολυπόθητη φωτογραφία.

Αυτό ήταν και το μάθημα ζωής που πήραμε τότε εγώ και ο αδελφός μου, βλέποντάς την. Όταν θέλεις κάτι, μικρό ή μεγάλο, υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να μάθεις αν μπορείς να το καταφέρεις: προσπάθησέ το

Μεγαλώνοντας, από την θέση της μητέρας πια, κατάλαβα πως τελικά όσα όμορφα λόγια κι αν πεις στο παιδί σου, όσο κι αν το καθοδηγήσεις στη θεωρία, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις πράξεις σου. Με τη στάση ζωής σου... Αυτή είναι το μεγαλύτερο σχολείο.

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

follow me on facebook
 
8 Σεπ. 2017

Πού να φανταζόμαστε όταν απαθανατίζαμε τον αδελφό μου στο εφηβικό του δωμάτιο, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του '80, ότι στην ουσία καταγράφαμε σε αυτήν ένα κομμάτι "ιστορίας" από τα ένδοξα '80s!

Θα αρχίσω από το εξόφθαλμο: την αφίσα που απεικονίζει σε διάφορες πόζες την σούπερ σέξι και πληθωρική Σαμάνθα Φοξ, πάνω από το κεφάλι του. Το ποπ είδωλο με το τεράστιο μπούστο, έχει μόλις κυκλοφορήσει την πρώτη (και τελευταία νομίζω) επιτυχία της: «Touch me». Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που κάτω από τις φωτογραφίες της υπάρχει ένας σταυρός (κρεμασμένος μάλλον απο τα χέρι της μανούλας) για να δηλώνει ένα "Θεέ μου συγχώρα με..."

Και πάμε τώρα, στο δεύτερο καραμπινάτο στοιχείο '80s: το πελώριο ραδιοκασετόφωνο πάνω στο κρεβάτι, ώστε να μην χρειάζεται να σηκωνόμαστε συνεχώς για να αλλάξουμε κασσέτα, δεδομένου ότι τα controls ήταν ακόμη αντικείμενα επιστημονικής φαντασίας.

Συνεχίζω με την έτερη αφίσα. Άρρωστος γαύρος ο Νίκος, πώς θα μπορούσε να κλείσει μάτι χωρίς την ενδεκάδα του Θρύλου να τον φυλάει από ψηλά! Μπορώ να διακρίνω μόνο τον Νίκο Σαργκάνη με την στολή του τερματοφύλακα και νομίζω τον Νίκο Αναστόπουλο κάτω δεξιά.

Και τα κομμάτια... ιστορίας δεν τελειώνουν εδώ. Στην αριστερή πλευρά, κάτω από την Σαμάνθα βλέπω ένα μικρό αυτοκόλλητο από το θρυλικό παιχνίδι PacMan, ενώ θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην αποτίσω φόρο τιμής στο κούρεμα του Νίκου (κάτι σαν τον Πάνο Μιχαλόπουλο μόλις έχει ξυπνήσει) αλλά και στο κλαρωτό κάλυμα του κρεβατιού του.

Γι αυτό σας είπε στην αρχή: οι φωτογραφίες από τα παλιά, κρύβουν μέσα τους μικρούς θησαυρούς "ιστορίας" που μας περιμένουν να τους ανακαλύψουμε για να μας ταξιδέψουν στο χθες.

30 Ιουν. 2017

Το 1988, οι Πανελλαδικές εξετάσεις έγιναν στα μέσα Ιουλίου! Μια παρατεταμένη απεργία των καθηγητών διάρκειας σχεδόν 40 ημερών την περίοδο που ήταν να γίνουν οι εξετάσεις μας, είχε τινάξει στον αέρα κάθε προγραμματισμό και φυσικά τα νεύρα μας!

Όποιος έχει περάσει από το μαρτύριο των Πανελλαδικών, καταλαβαίνει ότι δύο μήνες απανωτών αναβολών και αβεβαιότητας, είναι ότι χειρότερο μπορείς να κάνεις στους έρημους μαθητές και τις οικογένειές τους. Δεν θυμάμαι ποια ήταν τα αιτήματα των καθηγητών, όμως έχει καταγραφεί στην μνήμη μου πως είχαν δίκιο. Και η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, είχε άδικο. Ζητώ συγγνώμη αν κάνω λάθος, αν και ελάχιστη σημασία έχει τώρα πια.

Μέσα Ιουλίου λοιπόν, με την αγωνία να έχει χτυπήσει κόκκινο, κληθήκαμε να δώσουμε τις πιο σημαντικές εξετάσεις της μαθητικής μας ζωής. Και σαν να μην έφτανε η καθυστέρση, μας ήρθε κι ένα ξεγυρισμένος καύσωνας διαρκείας, με 43άρια και 45άρια, να μας αποτελειώσει. Air condition στα σπίτια μας δεν είχαμε, τουλάχιστον στον Πειραιά που μεγάλωσα και ζούσα εγώ. Αγκαλιά με τους ανεμιστήρες την βγάζαμε όλη νύχτα και το πρωί, σαν κοτόπουλα από την ζέστη μπαίναμε στις πυρωμένες τάξεις για να γράψουμε.

Ε λοιπόν, σχεδόν 30 χρόνια μετά, μπορώ με σιγουριά να πω ότι δεν πάθαμε και τίποτα! Όλα στο μυαλό μας είναι τελικά. Ακόμη και ο καύσωνας! Κουράγιο αδέλφια... Θα περάσει...

Υ.Γ. η φωτο είναι από τα καθιερωμένα μπουγέλα μετά το τέλος του γολγοθά, στο προαύλιο του 1ου Λυκείου Πειραιά.

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

Follow me on facebook

Διαβάστε τη στήλη Ρετρό...

Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα