Δεκαετία 80

2 Ιουν. 2018

Η είδηση ότι το sequel της ταινίας Top Gun θα βγει στους κινηματογράφους το καλοκαίρι του 2019, με πρωταγωνιστή και πάλι τον Τομ Κρουζ, 33 χρόνια μετά (!), συνοδεύτηκε από την δημοσίευση αυτής της φωτογραφίας. Και από ένα αίσθημα μουδιάσματος στην ψυχή και το σώμα μου...

Ετών 55 πλέον ο Τομ, κάπου στα 50 όλοι εμείς, τα κορίτσια και τα αγόρια που γεμίζαμε ασφυκτικά τα σινεμά στα μέσα της δεκαετίας του '80 για να παρακολουθήσουμε με μάτια ολάνοιχτα τις εναέριες κόντρες του Maverick και του Iceman... Κανένας και τίποτα δεν είναι ίδιο. Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να ξαναγίνει όπως τότε. Δυστυχώς, για κάποιους. Ευτυχώς, για άλλους τόσους...

Άναρωτιέμαι.... Μπορεί άραγε το Top Gun να γίνει η εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα; Ποιός ο λόγος να υπάρξει "νούμερο 2", σε κάτι που κατέχει στις καρδιές μας την πρώτη θέση για περισσότερες από τρεις δεκαετίες; Ποιός ο λόγος να υπάρξει συνέχεια σε κάτι που έχει τελειώσει;

Μόνο η ίδια η ταινία είναι ικανή να απαντήσει στις επιφυλάξεις μου, αν και δεν είμαι σίγουρη ότι θα την παρακολουθήσω σε έναν χρόνο από σήμερα, υγεία να 'χουμε... Όσοι διαβάζετε το thisismarias, γνωρίζετε ίσως ότι το συγκεκριμένο κινηματογραφικό έργο, έχει αφήσει μέσα μου ανεξίτηλα σημάδια...

Ήταν Φθινόπωρο του 1986. Στους πρώτους μήνες της Δευτέρας Λυκείου. Το σχολείο μου, το 1ο Λύκειο Πειραιά, συστεγαζόταν με το 6ο κι έτσι κάποιες μέρες της εβδομάδας κάναμε αναγκαστικά απογευματινά μαθήματα εναλλάξ με τους "συγκατοίκους".

Εκείνη την εβδομάδα, η απογευματινή βάρδια έπεσε Πέμπτη και Παρασκευή. Όμως αυτή η Παρασκευή, δεν ήταν σαν τις άλλες. Ο κινηματογράφος ΖΕΑ, που βρισκόταν λίγους δρόμους πίσω από το σχολείο μας, είχε φέρει (επιτέλους!) την ταινία Top Gun που "έσπαγε ταμεία" στην Αμερική! Η πρώτη προβολή της ξεκινούσε στις 17.00. Την ίδια ώρα με το μάθημα των Θρησκευτικών μας.

Ο πρωταγωνιστής της, ένας 24χρονος άσημος τότε ηθοποιός, ήταν ήδη γνωστός στην Ελλάδα από τα πρωτοσέλιδα της ΜΑΝΙΝΑΣ και της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ. Και για χιλιάδες έφηβες Ελληνίδες ήταν αναμφίβολα ο άντρας των ονείρων τους. Και το όνομα αυτού: Τομ Κρουζ. Με το γυαλί Ray Ban καβάλα στη μηχανή του, φορώντας το δερμάτινο τζάκετ του πιλότου. 

Δεν ήταν ποτέ ο τύπος μου. Είχα ήδη " δώσει" την καρδιά μου σε έναν άλλον ιπτάμενο. Τον απόλυτο τζέντλεμαν Ρίτσαρντ Γκιρ. Αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να λατρέψω το Top Gun. Και (φυσικά) να ακολουθήσω τις συμμαθήτριες μου στην απογευματινή κοπάνα της Παρασκευής για να προλάβουμε να δούμε την πρώτη προβολή. 
 
Ήταν βλέπετε και η κολλητή μου, η Μαριάνθη, που δοκίμαζε από μέρες την υπογραφή της στα τετράδια ως Μαριάνθη Κρουζ... Δεν υπήρχε περίπτωση να της το στερήσουμε.
 
Στα 16 μας τότε. Γεμάτες βιασύνη να αφήσουμε για πάντα πίσω μας το "κορίτσι" και να συναντήσουμε τη "γυναίκα". Δεν συνειδητοποιούσαμε ότι μαζί της θα περνούσαμε την υπόλοιπη ζωή μας. Ίσως αν το ξέραμε να μην είμαστε τόσο ανυπόμονες. Μα η ρημάδα η γνώση έρχεται πάντα κατόπιν εορτής...

Κάναμε κοπάνα 4 θρανία στη σειρά. Το ένα πίσω από το άλλο. Όχι πολύ έξυπνο σαν ιδέα, όμως ποιος νοιαζότανε; Φτάσαμε τρέχοντας στον κινηματογράφο, φορτωθήκαμε pop corn, πατατάκια, αναψυκτικά και καφέδες, στοιβάξαμε  τις σχολικές τσάντες σε μια πολυθρόνα και μόλις έσβησαν τα φώτα... απογειωθήκαμε. 
 
Δίπλα μου κάθεται η Νεκταρία. "Μαλ@&%α είναι η ταινία αλλά έχει ωραία πατατάκια εδώ" μου ψιθυρίζει.

"Σσσσ! Κοίτα το μανάρι μου" τη μαλώνει η Μαριάνθη (Κρουζ).

"Άσε μας ρε Μαριάνθη με τον κοντοστούπη. Ούτε το πετάλι της μηχανής δεν φτάνει", τον απορρίπτει η Δήμητρα. 
"Ο Σταλόνε είναι πιο αρρενωπός" μουρμουράει η Γιώτα.  
"Κοίτα τι ωραία χείλια έχει ο ξανθός", μας παροτρύνει η έτερη Μαρία της παρέας.
 
"Πω, πω! Τι φοβερό μαλλί έχει η τύπισσα! Λέτε να είναι περμανάντ;", θέτει τον προβληματισμό για το καρέ της πρωταγωνίστριας η Λίζα.
 
"Σταματήστε μωρέ. Έχω συγκινηθεί" σκουπίζει ένα δάκρυ η Λιάνα.
 
Το Take my breath away, το σάουντρακ του Top Gun, που κέρδισε το Oscar Πρωτότυπου Τραγουδιού το 1986, χαϊδεύει τα αυτιά μας, τρυπώνει στις ψυχές μας και καταλαμβάνει την θέση που του αξίζει... για πάντα!
 
Όχι, δεν ξέρω αν θέλω και αν μπορώ να παρακολουθήσω το Top Gun 2. Κάποια πράγματα δεν έχουν δεύτερη φορά...
 
Υ.Γ. Όπως έγινε γνωστό, στο sequel της ταινίας ο Τομ Κρουζ θα παίζει τον ρόλο του εκπαιδευτή, αλλά ο έρωτάς με την αυστηρή καθηγήτρια του, δεν θα υπάρχει στο σενάριο. Λογικό... Αποτελεί κι αυτός παρελθόν, όπως οι περισσότεροι έρωτες της εποχής εκείνης... Και μαζί τους όνειρα, σχέδια, αυταπάτες... Αχ μωρέ, Τομ. Μεγαλώσαμε... 
 
Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com
22 Απρ. 2018

  Ο μπαμπάς μου, Γιώργος Παναγοηλιόπουλος, που σήμερα γιορτάζει, στα νιάτα του ήταν τσαγκάρης. Γεννημένος την Κατοχή, στη Γούβα στο Παγκράτι, παιδί πολύτεκνης οικογένειας, πρόλαβε να πάει σχολείο μόνο στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Το κυνήγι του μεροκάματου ήταν μονόδρομος και η τέχνη του πατέρα του και παππού μου, θα εξασφάλιζε άλλο ένα πιάτο στο φτωχικό τραπέζι. Ο μικρός Γιώργος αποδείχτηκε μεγάλο ταλέντο, αγάπησε τη δουλειά του και μεγαλώνοντας δεν περιορίστηκε στο να επισκευάζει παπούτσια αλλά άρχισε να κατασκευάζει χειροποίητα έργα τέχνης για τα γυναικεία άκρα.
 Στα μέσα της δεκαετίας του ΄70, με σκληρή προσωπική εργασία, κατάφερε να ανοίξει την δική του μικρή βιοτεχνία υποδημάτων και να γίνει συνέταιρος σε δύο καταστήματα. Ένα στην Θησέως στην Καλλιθέα (από όπου και η φωτογραφία με τον αδελφό μου κι εμένα φαφούτα),

κι ένα στην Πλάκα, δίπλα από την μπουάτ Διαγώνιος την εποχή που εμφανιζόταν εκεί ο Γιώργος Νταλάρας (γι αυτό και τον βλέπουμε στα εγκαίνια, μπροστά από τα κουτιά με τα παπούτσια). 

 Την δεκαετία του '80, οι Έλληνες βιοτέχνες του χώρου της ένδυσης και της υπόδυσης είχαν ακόμη δικαίωμα να ονειρεύονται και να παράγουν Ελληνικά προϊόντα υψηλής ποιότητας. Ανάμεσά τους και ο μπαμπάς μου, που για να καταφέρει να προσφέρει το καλύτερο στις γυναίκες πελάτισσες, ταξίδευε δύο φορές τον χρόνο στην Ιταλία, προκειμένου να παρακολουθεί από κοντά τις τάσεις της μόδας σε εκθέσεις και μαγαζιά. Αρχές του 1983, σε ένα τέτοιο ταξίδι στη Ρώμη, τραβήχτηκε και η φωτογραφία που βλέπετε. Δίπλα του, φιγουράρει η διάσημη σταρ Ούρσουλα Άντρες!


 Το Bar Antonio ήταν την εποχή εκείνη ένα από τα πιο δημοφιλή στέκια των διασήμων και ο μπαμπάς μου, μαζί με άλλους Έλληνες βιοτέχνες που είχαν βρεθεί στην ιταλική πρωτεύουσα για μία έκθεση παπουτσιών, αποφάσισαν να περάσουν εκεί το βράδυ τους ελπίζοντας να δουν από κοντά κάποιον κινηματογραφικό αστέρα.
 Η τύχη τους χαμογέλασε, καθώς η Ούρσουλα Άντρες, βρισκόταν στο bar μαζί με πέντε ξένους δημοσιογράφους, έναν φωτογράφο και τρεις παρατρεχάμενους που δεν άφηναν ούτε μύγα να πλησιάσει στο τραπέζι της.
 "Πάμε στοίχημα ότι σε 5 λεπτά θα κάτσω δίπλα της και θα φωτογραφηθώ μαζί της;" προκάλεσε την παρέα του ο μπαμπάς μου για να εισπράξει τα εύλογα πειράγματά τους.
 Πέντε λεπτά αργότερα, ο Έλληνας τσαγκάρης που δεν μιλούσε καμία ξένη γλώσσα, πέρα από τα Ελληνικά του δημοτικού σχολείου και ελάχιστα γερμανικά από την εποχή που είχε πάει να δουλέψει σε φάμπρικα της Γερμανίας, βρισκόταν στο πλευρό της έκπληκτης σταρ και φωτογραφιζόταν μαζί της.
 Πώς; Κάποιοι το αποκαλούν θράσος. Άλλοι τόλμη. Άλλοι τσαγανό. Άλλοι αυτοπεποίθηση. Για τον μπαμπά μου ήταν απλώς αυτό που χρειαζόταν για να επιτευχθεί "ο στόχος": να βγει η πολυπόθητη φωτογραφία.
 Αυτό ήταν και το μάθημα ζωής που πήραμε τότε εγώ και ο αδελφός μου, βλέποντάς την. Όταν θέλεις κάτι, μικρό ή μεγάλο, υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να μάθεις αν μπορείς να το καταφέρεις: προσπάθησέ το
 Μεγαλώνοντας, από την θέση της μητέρας πια, κατάλαβα πως τελικά όσα όμορφα λόγια κι αν πεις στο παιδί σου, όσο κι αν το καθοδηγήσεις στη θεωρία, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις πράξεις σου. Με τη στάση ζωής σου... Αυτή είναι το μεγαλύτερο σχολείο.

Μαρία Παναγοπούλου
thisismarias.com

follow me on facebook
 
15 Φεβ. 2018

Βαδίζω βιαστικά προς την είσοδο του Μετρό στο Πανεπιστήμιο, ένας πάγκος με βιβλία παγιδεύει το βλέμμα μου, λοξοδρομώ για να ρίξω μια γρήγορη ματιά. Ο πλανόδιος πωλητής ακούει δυνατά από ένα μαγνητόφωνο μουσική.

"Κι αν άλλαξαν οι φίλοι μας λιγάκι
αλλάξαμε κι εμείς με τη σειρά μας
χαθήκαμε μια νύχτα στο Παγκράτι
αλλά βλεπόμαστε στα όνειρά μας.
Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια,
μόνο τρόπο να κοιτάνε",

τραγουδάει ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, σε στίχους Μιχάλη Γκανά και μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Αυτό ήταν... Αφήνω για λίγο στην άκρη δουλειές και υποχρεώσεις και τρέχω στον υπολογιστή μου για να αναζητήσω την αλήθεια αυτού του σπουδαίου τραγουδιού. Την ανακαλύπτω κρυμμένη στις φωτογραφίες των σχολικών εκδρομών, δεκαετία του ΄80.

Από την Βαρυμπόμπη του 1984, με την Δήμητρα, την Μαριάνθη και τη Χάιδω...

 

...και την απόλυτη ξεγνοιασιά της Στενής Ευβοίας στις αρχές του 1985, με την Νεκταρία, την Γιώτα, τη Λιάνα, τη Δήμητρα, την Μαριάνθη...

αγκαλιά με τους μεγάλους μας "έρωτες", τον Δημήτρη Σαραβάκο (μου), τον Νίκο Γκάλη, τον Θανάση Δημόπουλο...

 ... τα πράγματα αρχίζουν να "πονηρεύουν" εκεί κατά τα 15 μας, στο Πόρτο Ράφτη, όταν μπροστά στους καθηγητές τσουγκρίζουμε τα ποτήρια με τις πορτοκαλάδες μας...

Image may contain: 3 people

αλλά το μόνο που περιμένουμε είναι να μας αδειάσουν τη γωνιά, για να βγουν τα πρώτα παράνομα, δοκιμαστικά τσιγάρα. Με την Βαρβάρα και την Νεκταρία να κοιτούν έκθαμβες την...ανώνυμη παραβάτη...

...και τους πλατωνικούς "έρωτες" με τους διάσημους αθλητές να έχουν πια παραχωρήσει τις θέσεις τους στους άλλους, επίσης πλατωνικούς,  με συμμαθητές αλλά και καθηγητές, γραμμένους στην άμμο όπου ως γνωστόν" είναι κακό να χτίζεις παλάτια"...

Image may contain: 3 people

 

Το ξημέρωμα του 1986, μας βρίσκει για τα καλά στην εφηβεία. Στην Στενή Ευβοίας τα τραπέζια γεμίζουν με μπύρες, το μαγνητόφωνο παίζει Αντύπα ("Απαγορεύεται να σ' αγαπάω"), οι παρέες με τα αγόρια γίνονται πιο στενές (και όχι, δεν είχα τίποτα πονηρό με τον υπέροχο Γρηγόρη που αγκαλιαζόμαστε στη φωτογραφία, δεν μου έριχνε ποτέ ούτε ματιά έχω να καταγγείλω....)

Στο τέλος της ίδιας χρονιάς, είμαστε όλοι διαφορετικοί. Οι κανονικοί έρωτες έχουν κάνει ορμητικοί την εμφάνισή τους, ανεβάζοντας κάποιους στα ουράνια, βυθίζοντας άλλους στα τάρταρα. Στα τάρταρα παραμένουν και οι στυλιστικές επιλογές μας, που είναι copy paste από τις αθάνατες βιντεοταινίες της εποχής.

Image may contain: 3 people

1987 πια, η σχολική εκδρομή γίνεται ξανά στο Τολό, ο Γρηγόρης φωτογραφίζεται με την Μαριάνθη κι όχι με εμένα, οι αγωνίες των Πανελληνίων εξετάσεων που πλησιάζουν τον επόμενο χρόνο αρχίζουν να φαίνονται στα μάτια μας, η ξεγνοιασιά της Βαρυμπόμπης, μας κουνάει το μαντήλι, αλλά εμείς δεν το βλέπουμε. Βιαζόμαστε τόσο να μεγαλώσουμε...

 Για να φτάσουμε το 1988,  στην τελική ευθεία για τη λήξη της σχολικής ζωής μας. Με μαλλιά περμανάντ, οι περισσότερες, σαφέστατα επηρεασμένες από την ηρωίδα του Top Gun, τα μυαλά μας γεμάτα με όνειρα και την ψυχή να νιώθει για πρώτη φορά, ότι κάτι υπέροχο τελειώνει. Η εκδρομή στα Πολιτικά Ευβοίας, είναι μία από τις πιο μελαγχολικές και συννεφιασμένες της σχολικής μας ιστορίας.

Η αυλαία θα πέσει την Άνοιξη του 1988, στην πενθήμερη εκδρομή της Κύπρου. Άνδρες και γυναίκες πια, πανέτοιμοι για την μεγάλη έξοδο στη ζωή. Ναι! Έχει δίκιο ο σπουδαίος ποιητής και στιχουργός! Χρώμα δεν αλλάξανε τα μάτια μας, αλλάξανε όμως "τρόπο να κοιτάνε"...

"Στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε
τα χέρια θα περάσουμε στους ώμους
παλιά τραγούδια για να θυμηθούμε
ονόματα και βλέμματα και δρόμους", σιγομουρμουράω και κλείνω το νοσταλγικό-Μπεν Χουρ άρθρο με την παρακάτω φωτογραφία που επιβεβαιώνει τους στίχους.

Image may contain: 4 people, people sitting and text

"Ξαναβρεθήκαμε, "στα ίδια μέρη", πέρυσι. Σχεδόν 30 χρόνια μετά. Για να διαπιστώσουμε (με μεγάλη ανακούφιση ομολογώ) ότι "χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια" αλλά ευτυχώς, αλλάζουν τα κουρέματα και τα ντυσίματα, μόνο προς το καλύτερο. Όσο για τα χαμόγελα μας; Αυτά παραμένουν στη θέση τους. Γιατί όπως λέει και το υπέροχο αυτό τραγούδι "τίποτα δε χάθηκε ακόμα, όσο ζούμε και πονάμε".

 Μαρία Παναγοπούλου

thisismarias.com

follow me on facebook

24 Δεκ. 2017

Πειραιάς. Άγιος Βασίλης. Τέλη της δεκαετίας του ΄70, αρχές του ΄80. Εγώ, "η μεγάλη", ο Νίκος, ο μικρότερος αδελφός μου και το Μαράκι, η Μαρία Λεκάκου, γειτόνισσα και φίλη. Παίρναμε τα τριγωνάκια μας, φορούσαμε τα καλά μας και ξεκινούσαμε αξημέρωτα! "Για να προλάβουμε να τα πούμε πρώτοι εμείς, πριν πάνε τα άλλα παιδάκια".

Χτυπούσαμε επίμονα τα κουδούνια, αρχικά των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας κι ύστερα των διπλανών πολυκατοικιών, των απέναντι, των παρακάτω. Αφού εξαντλούσαμε το δικό μας οικοδομικό τετράγωνο, σειρά είχε η ανηφόρα της Φραγκιαδών, αυτή που οδηγεί στην Καλλίπολη.

"Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας. Χριστού τη Θείαν Γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας", ξανά και ξανά, μέχρι που φτάναμε "στα σύνορα". Η οδός Σκουλούδη ήταν το όριο μας. Δεν συνεχίζαμε ποτέ προς την Πλατεία Σερφιώτου. Την νιώθαμε "άλλη γειτονιά" που ανήκε δικαιωματικά στα "άλλα παιδιά". Γι αυτό κάναμε στροφή αριστερά και κατηφορίζαμε σιγά σιγά την οδό Ζαννή μέχρι τη γωνία με την οδο Σαχτούρη.

Άνθρωποι αγουροξυπνημένοι, άλλοι χαμογελαστοί, άλλοι μουρτζούφληδες, σχεδόν όλοι μας άνοιγαν τις πόρτες τους, άκουγαν τα (παράφωνα) κάλαντα μας, μας ανταμείβανε με πολλές ευχές, σπιτικά γλυκά και γερά χαρτζιλίκια, έτοιμα από βραδύς "για τα παιδιά που θα μας τα πούνε αύριο".

Ο ανταγωνισμός μεγάλος, πολλά γειτονόπουλα κουβαλούσαν μαζί τους μουσικά όργανα και έδιναν μικρές μουσικές παραστάσεις, όμως εμάς δεν μας ένοιαζε γιατί είχαμε μαζί μας το "υπερόπλο" που λεγόταν Νίκος. Μονίμως χαμογελαστός ο αδελφός μου, "διάσημος" στην ευρύτερη περιοχή του Άγιου Βασίλη, γνωστός ως "ο Νικολάκης", ήταν αδύνατο να του αρνηθείς όταν χαμογελούσε χωρίς δόντια και σου έλεγε "να τα πούμε;". Μονο την πρώτη στροφή από τα κάλαντα ήξερε ο Νικολάκης, ποτέ δεν μπήκε τον κόπο να μάθει και τα υπόλοιπα, αλλά τι σημασία είχε; Τον αγαπούσαν όλοι! Αυτο μετρούσε...

Ήταν ΓΙΟΡΤΗ η παραμονή των Χριστουγέννων στις γειτονιές του Πειραιά εκείνα τα χρόνια. 1977, 1978, 1979, 1980, 1981...Η εγκληματικότητα δεν αποτελούσε ακόμη πρόβλημα, τα παιδιά μπορούσαμε να κυκλοφορούμε άφοβα στους δρόμους, οι Πειραιώτες μας καλοδέχονταν, ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού απέφευγαν να μας ανοίξουν τις πόρτες τους. Για όλους ήταν καλοτυχία και χαρά να γεμίζουν οι πολυκατοικίες παιδικές φωνές και ήχους από τριγωνάκια. Κανείς δεν μετρούσε τις 20 ή και τις 50 δραχμές που απλόχερα μας πρόσφεραν. Όχι γιατί τους περρίσευαν, δεν ήταν πλούσιοι σε χρήματα, είχαν όμως τεράστια αποθέματα καλής διάθεσης και ψυχικής γενναιοδωρίας... Και το κυριότερο: είχαν ελπίδα!

Περασμένες 12 το μεσημέρι πια, όταν έφτανε η ώρα του ταμείου, που πάντα μα πάντα κρατούσα εγώ "η μεγάλη", χωρίζαμε στα τρία τα μπαξίσια και τρέχαμε να τα ξοδέψουμε χωρίς καθυστέρηση. Ο αδελφός μου για να αγοράσει άλλη μία μπάλα ποδοσφαίρου. Το Μαράκι μια ακόμη Μπάρμπι. Κι εγώ, στο βιβλιοπωλείο του Μπακογιάννη για άλλο ένα βιβλίο...

Είναι ευλογία, προίκα, δώρο ανεκτίμητο τα όμορφα παιδικά χρόνια... Κι ας το καταλαβαίνεις αργά, όταν πια είσαι "μεγάλος"... Το συνειδητοποίησα σήμερα, για πολλοστή φορά, βλέποντας στους δρόμους του Φαλήρου 25άρηδες να λένε τα κάλαντα για να βγάλουν χαρτζιλίκι... Και μικρά παιδάκια να συνοδεύονται απαραιτήτως από τους γονείς τους υπό τον φόβο των ληστών που παραμονεύουν πια σε κάθε γειτονιά... Δεν ήταν όλα καλύτερα παλιότερα. Όσα όμως ήταν, ήταν ΠΟΛΥ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!

Καλά Χριστούγεννα σε όλους. Με υγεία, αισιοδοξία και λιακάδα στις ψυχές μας... Όπως παλιά...

Μαρία Παναγοπούλου

thisismarias.com

follow me on facebook

28 Νοε. 2017

19 Δεκεμβρίου 1980. Παρασκευή. Εγώ 10 χρονών κι ο αδελφός μου 8. Τα σχολεία θα έκλειναν για τις διακοπές των Χριστουγέννων και την επομένη θα ξημέρωνε η μεγάλη ημέρα! Μαζί με τους παιδικούς φίλους από την Καλλιθέα, την Βιβή και τον Γιάννη Σεμελίδη, θα σηκωνόμασταν πρωί πρωί, θα φορούσαμε τα γιορτινά μας ρούχα και με τις μαμάδες μας, την Ελένη και την Τέτα, θα μπαίναμε στο τρένο που θα μας οδηγούσε στο "μακρινό" Σύνταγμα. Εκεί όπου θα μας περίμενε ο παιδικός "παράδεισος". Το πολυκατάστημα ΜΙΝΙΟΝ!

Μια λαίμαργη βόλτα στις στολισμένες του βιτρίνες, ένα ύψωμα του κεφαλιού προς τον ουρανό για να θαυμάσουμε το 10όροφο επιβλητικό κτίριο λουσμένο στο φως και μετά, βουρ για τις κυλιόμενες σκάλες του, υπό τους ήχους του Jingle Bells. Σαν ταξίδι στο διάστημα φάνταζε τότε, στο ξημέρωμα της δεκαετίας του '80, το τεχνολογικό "θαύμα" αυτών των κινούμενων σκαλιών που μας μετέφεραν στα "σύννεφα". Τα πρώτα χρόνια έσφιγγα γερά το χεράκι του αδελφού μου που, αν και μικρότερος, παρίστανε τον θαρραλέο άντρα βαστώντας με τρόπο την φούστα της μαμάς μας για να μην δείξει ότι φοβάται. Μεγαλώνοντας, οι κυλιόμενες σκάλες έγιναν μια κατάκτηση για την οποία καμαρώναμε σε κάθε ευκαιρία, όταν επιστρέφαμε στην γειτονιά μας στον Πειραιά.

"Τις ανεβαίνω χωρίς χέρια", λέγαμε στα άλλα παιδάκια, εννοώντας ότι δεν χρειαζόταν να κρατιόμαστε πια στην μαύρη λαστιχένια κουπαστή.

Image may contain: 4 people

Πρώτος όροφος, δεύτερος, τρίτος...το χτυποκάρδι αυξανόταν καθώς πλησιάζαμε στον προορισμό των ονείρων μας. Όροφος 6ος. Ο όροφος των παιχνιδιών. Ντυμένος με τα γιορτινά του, σκηνικό βγαλμένο από αμερικανική ταινία, κάθε χρόνο έκρυβε για εμάς τους μικρούς φίλους του, και μια διαφορετική έκπληξη. Ολοζώντανοι ελέφαντες ανάμεσα σε εξωτικά δέντρα, μηχανήματα που έβγαζαν σοκολάτες, μολυβένια στρατιωτάκια που έπαιζαν τα κάλαντα με τα τύμπανά τους... Και το δικό μου πολυαγαπημένο. Μια πελώρια πισίνα γεμάτη με πλαστικά μπαλάκια, που σε περίμενε να βουτήξεις μέσα της γλιστρώντας από μια μεγάλη τσουλήθρα!

Ακολουθούσε στήσιμο με τις ώρες στην ουρά για την καθιερωένη φωτογραφία με τον Άγιο Βασίλη. Που δεν ήταν κάποιος θλιμμένος, μουρτζούφλης μεροκαματιάρης, που φορούσε από ανάγκη μια φτηνιάρικη κόκκινη στολή, αλλά ένας υπέροχος χαμογελαστός γεράκος, που σου βαστούσε σφιχτά το χεράκι και σε ρωτούσε με ενδιαφέρον τι θα ήθελες να σου φέρει φέτος την Πρωτοχρονιά. Στριμωχνόμαστε με τον αδελφό μου στο βελούδινο θρόνο-έλκηθρο που υπήρχε δίπλα του, χαμογελούσαμε χαρούμενοι στον φακό του φωτογράφου, κι ας μην είχαμε δοντάκια, κι ύστερα ο Άγιος Βασίλης έσκυβε στην μεγάλη πορτοκαλί σακούλα του με το λογότυπο του ΜΙΝΙΟΝ γραμμένο με μαύρα και λευκά γράμματα, γεμιζε τα χέρια του με καραμέλες και μας τις έδινε με την ευχή "Καλή Χρονιά"!

Image may contain: 3 people, people smiling

Σχεδόν απόγευμα πια, εξουθενωμένοι από την ευτυχία, παίρναμε τον δρόμο για τον 10ο όροφο του πολυκαταστήματος. Εκεί όπου συνέβαινε κάτι κοσμοϊστορικό, πρωτόγνωρο για την μικρή Ελλάδα μας. Μια τεράστια καφετέρια, με μικρά στρογγυλά τραπεζάκια και πανοραμική θέα σε όλη την Αθήνα, περίμενε τους επισκέπτες να ξαποστάσουν. Οι αγγλικές λέξεις Self Service, γραμμένες με μαύρα γράμματα σε μία λευκή ταμπέλα, αποτελούσαν την απολυτη πρόκληση για τα πιτσιρίκια, αφού μεταφράζονταν σε "παίρνω τον καφέ πλαστικό δίσκο, τον ακουμπάω σε έναν σιδερένιο πάγκο και τον σπρώχνω σιγά σιγά μπροστά από μια βιτρίνα γεμάτη με λιχουδιές διαλέγοντας ό, τι ποθεί η ψυχή μου". Την πρώτη φορά που βιώσαμε την...συγκλονιστική εμπειρία, ο αδελφός μου πίστεψε ότι μπορούσε να φάει τα πάντα εντελώς δωρεάν και ξεχείλισε τον δίσκο του προκαλώντας πανικό στην μητέρα μας και γέλια στους μονίμως ευγενικούς υπαλλήλους.

Όλα αυτά τα μαγικά κι άλλα τόσα, ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε και τον Δεκέμβρη του 1980. Με αυτήν την γλυκιά προσμονή γυρίσαμε θυμάμαι από το σχολείο εκείνο το μεσημέρι της Παρασκευής και βρήκαμε τη μαμά μας στην κουζίνα να ακούει ραδιόφωνο. Το πρόσωπό της ήταν σφιγμένο, σκυθρωπό. Σαν να είχε συμβεί κάποιο μεγάλο κακό.

"Δεν θα πάμε αύριο στο ΜΙΝΙΟΝ" επιβεβαίωσε τους φόβους μας. "Πήρε φωτιά χθες βράδυ και κάηκε".

"Κάηκε το ΜΙΝΙΟΝ μου; Κάηκε ο Άγιος Βασίλης; Κάηκαν τα Χριστούγεννα; Δεν γίνεται αυτό... Δεν καίγονται τα Χριστούγεννα...", ήταν η δική μου αυθόρμητη αντίδρασή.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, θα μάθαινα πως στον κόσμο των ανθρώπων όλα καίγονται. Ειδικά αν ενοχλούν, αν προκαλούν φθόνο, αν προμηνύουν κάτι σπουδαίο, φιλόδοξο, διαφορετικό... Μα εκείνο το πρωινό, ελάχιστη σημασία είχαν για εμένα την 10χρονη, οι αδυσώπητοι κανόνες των ανήθικων μεγάλων. Το μόνο που μετρούσε ήταν πως κάποιος είχε κάψει τη χαρά μου. Αφήνοντάς με να κοιτάζω μελαγχολικά τις φωτογραφίες που μοιράζομαι σήμερα μαζί σας... Φωτογραφίες από μια Ελλάδα που έδειχνε ότι και ήθελε και μπορούσε να γίνει άλλη... 

Μαρία Παναγοπούλου

thisismarias.com

follow me on facebook